Η παιδοψυχολογομανία που μας έχει πιάσει ως γονείς, είναι ανάγκη ή μόδα;

Διάβασα, πρόσφατα, πως στην Αθήνα υπάρχει ψυχολόγος για σκύλους, που μάλιστα κοστολογεί την επίσκεψή του εκατό ευρώ! Μου θύμισε κάτι παλιά δημοσιεύματα που έλεγαν πως η ποπ σταρ Μαντόνα έχει από δύο παιδοψυχολόγους για το κάθε παιδί, ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται το βάρος του ονόματος της μητέρας τους και τις συχνές μετακινήσεις της, και έναν ψυχολόγο για τον σκύλο της. Αρχικά, αυτή η ιστορία για τον ψυχολόγο σκύλων με έκανε να γελάσω. Αλλά μετά προβληματίστηκα. Ανέτρεξα νοερά στο επαγγελματικό μου περιβάλλον και μετά στο οικογενειακό και διαπίστωσα πως ήξερα τουλάχιστον επτά άτομα που συμβουλεύονταν παιδοψυχολόγο για τα παιδιά τους.Ανάμεσά τους και εμείς, πρέπει να ομολογήσω. Οπότε αυτή η ιστορία με τον ψυχολόγο σκύλων δεν μου φάνηκε πια και τόσο αστεία, αφού απλώς σηματοδοτεί την …εξέλιξη της παιδοψυχολογομανίας.

Τι συμβαίνει; Φτάσαμε σε μία εποχή που για να τα καταφέρουμε στον γονεϊκό μας ρόλο χρειαζόμαστε τη συμβολή και την συμβουλή παιδοψυχολόγων; Είναι κοινωνική ανάγκη; Είναι μόδα; Μήπως μέσω των υπηρεσιών των παραπάνω επιστημόνων προσπαθούμε να υπεκφύγουμε εμείς οι γονείς, παραδίδοντας την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών μας σε «ειδικούς»; Μήπως αναζητάμε μαγικές λύσεις και τρικς προκειμένου να αποφύγουμε να ανασκουμπωθούμε και να ασχοληθούμε με τα διάφορα προβλήματα των παιδιών μας;

Γιατί δεν είναι πια αρκετή η αγάπη; Δε θα έπρεπε να είναι αρκετή; Μήπως οι δύσκολες κοινωνικές συνθήκες σχεδόν επιβάλλουν την προσφυγή σε τέτοιες υπηρεσίες; Ή είναι απλώς μία πολυτέλεια; (Μάλλον όχι, καθώς ξέρω και οικογένειες που έχουν καταφύγει σε δημόσιες δομές ψυχικής υγείας).

Για να μιλήσω προσωπικά θα πω πως εμείς καταφύγαμε σε παιδοψυχολόγο όταν ο μικρός μας γιος άρχισε να βρίζει. Στα καλά καθούμενα, ένα ωραίο πρωινό. Εννοείται πως στο σπίτι μας και στην οικογένειά μας δεν βρίζουμε- εγώ μάλιστα δεν λέω ούτε την γνωστή λέξη με τα τρία άλφα, που πλέον έχει αποενοχοποιηθεί γενικώς. Δεν βρίζουμε. Γιατί έβριζε ο γιος μας;  (Πριν χρόνια, στην αντίστοιχη περίπτωση, όταν εγώ ήμουν ακόμη στο χωριό και είπα την πρώτη μου βρισιά, η μητέρα μου που ήταν αγρότισσα απλώς μου έριξε μια χούφτα πιπέρι στο στόμα. Ήταν αρκετό. Δεν ξανάβρισα από τότε. Και είμαι πλέον πενήντα χρονών!)

Δοκιμάσαμε τα πάντα με τον μικρό: στέρηση προνομίων, τιμωρία κανονική, διάφορα. Τίποτα δεν έπιανε. Τον πήραμε λοιπόν και τον πήγαμε σε μία παιδοψυχολόγο. Δυστυχώς στην περίπτωση των ψυχολόγων ισχύει το εξής: Πρέπει να επισκεφτείς πολλούς ώστε να καταλάβεις ποιος είναι ο κατάλληλος. Είναι σαν την ιστορία με  τον πρίγκηπα: πρέπει να φιλήσεις πολλούς βατράχους μέχρι να βρεις τον πραγματικό πρίγκηπα.

Να μην τα πολυλογώ, η πρώτη μας επαφή και οι πρώτες συνεδρίες μας δεν πήγαν καλά. Αντί να βελτιωθεί το παιδί μας, αρχίσαμε να «χαλάμε» εμείς. Με αφορμή τις βρισιές φτάσαμε να αναλύουμε τον ψυχισμό μας, τον γάμο μας, τη δουλειά μας. Η γυναίκα μου έφευγε κλαμένη από κάθε συνεδρία και έφτασε να σκέφτεται πως πρέπει να σταματήσει την καριέρα της και να μένει ολημερίς με τα παιδιά.  Ο δε μικρός συνέχιζε το βιολί του. Κοντέψαμε να πάρουμε διαζύγιο. Γενικώς, εκείνη η πρώτη παιδοψυχολόγος πιο πολύ μας μπέρδεψε παρά μας ξεμπέρδεψε. Επίσης μου την έδινε που κοιτούσε με νόημα το ρολόι ήδη ένα τέταρτο πριν τη λήξη της συνεδρίας. Για να μην πω πως δεν έδινε απόδειξη για τα 70 ευρώ που στοίχιζαν οι υπηρεσίες της. Είδαμε και αποείδαμε πήγαμε σε μία άλλη. Η οποία μας είπε σε τρεις μόλις συνεδρίες το εξής απλό: να αγνοήσουμε αυτή την κακή συμπεριφορά. Και το κάναμε. Και το θέμα έληξε!

Δεν θέλω να τα ισοπεδώσω όλα, αλλά θέλω να πω πως κυκλοφορούν πολλοί τσαρλατάνοι εκεί έξω. Άνθρωποι με αμφίβολες σπουδές, χωρίς ειδική γνώση, στους οποίους εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας. Όπως βέβαια υπάρχουν και καταπληκτικοί επιστήμονες. Έχω ακούσει διάφορα στον κύκλο μου. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πριν αφήσουμε την ψυχή του παιδιού μας σε κάποιον ειδικό θα πρέπει να δούμε αν είναι όντως ειδικός. Να μην ντρεπόμαστε να ρωτάμε τους τίτλους σπουδών και την προηγούμενη εμπειρία του. Και, ευτυχώς ή δυστυχώς, το αποτέλεσμα κάνει την διαφορά.Όταν δεν βλέπουμε «αποτέλεσμα» θα πρέπει ίσως να αναρωτηθούμε πόσο καλός είναι ο θεραπευτής. Πρέπει να μιλάμε ανοικτά μαζί του για τις αμφιβολίες μας. Ανοικτά και ξεκάθαρα. Επίσης, αντίθετα, δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό. Ξέρω ανθρώπους που είχαν ταμπού με αυτό το θέμα, πράγμα που λειτούργησε καταστρεπτικά για την οικογένειά τους. Όπως ξέρω και ανθρώπους που πήγαν για ψύλλου πήδημα σε ειδικό, όπως πηγαίνουν τα παιδιά στα mall επειδή είναι της μόδας!

Οπότε ας δείξουμε σύνεση. Και στις αποφάσεις μας και στην επιλογή του θεραπευτή.Γιατί όπως είναι επικίνδυνη η κωλυσιεργία ίσως είναι υπερβολή και η υπεραντίδραση σε απλά θέματα των παιδιών μας, στα οποία απλώς πρέπει να σκύψουμε με στοργή και αγάπη.

Γιατί όπως πολύ σωστά λέει ένας γνωστός ψυχολόγος: Τα παιδιά δεν χρειάζονται πάντα παιδοψυχολόγο, αλλά χρειάζονται πάντα γονείς…

Comments are closed.