Συχνές ερωτήσεις

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ...

Η λύπη και η στενοχώρια είναι φυσιολογικά συναισθήματα που όλοι βιώνουμε και σύντομα τα ξεπερνάμε. Γιατί όμως κάποιοι από εμάς βυθίζονται βαθιά μέσα στη θλίψη και παραμένουν παγιδευμένοι σε αυτήν, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν έχει πια νόημα;

Έχει χαρακτηριστεί η νόσος του 21ου αιώνα και η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας ήταν ειδικά αφιερωμένη σε αυτήν. Ο λόγος για την κατάθλιψη, την ψυχική διαταραχή που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις θα απειλήσει έναν στους δέκα από εμάς κάποια στιγμή της ζωής μας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προβλέπει ότι μέχρι το 2020 η κατάθλιψη θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα υγείας στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η κατάθλιψη είναι δύο φορές πιο συχνή στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, ωστόσο φαίνεται ότι «προτιμά» τους άνδρες και τις γυναίκες μεταξύ 25 και 45 ετών. Σήμερα, η οικονομική κρίση και οι κλυδωνισμοί που αυτή επιφέρει στο βιοτικό μας επίπεδο και τις σχέσεις μας θεωρείται ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας για τη συνεχή αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης.

Τα πιο επικίνδυνα σημάδια

Το σημαντικότερο σύμπτωμα της κατάθλιψης είναι η κακή διάθεση: ένα επίμονο αίσθημα λύπης, απελπισίας ή και αγωνίας. Πολύ συχνά, όμως, η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται με αρνητική διάθεση, αλλά με έντονο άγχος ως κυρίαρχο σύμπτωμα. Αρκετές φορές, επίσης, ειδικά στους άνδρες, αλλά και στους ηλικιωμένους, εκδηλώνεται με νευρικότητα και έντονο θυμό. Τέλος, μπορεί το άτομο να αισθάνεται μουδιασμένο συναισθηματικά, αδύναμο να νιώσει είτε θετικά είτε αρνητικά συναισθήματα.

Καμία ευχαρίστηση.

Η ανηδονία είναι ένα ακόμη σημαντικό σύμπτωμα της κατάθλιψης. Αυτό σημαίνει ότι τίποτα από ό,τι μέχρι τώρα μας ευχαριστούσε, π.χ. το παιχνίδι με τα παιδιά μας, μια συνομιλία με τους φίλους μας, μια βραδιά στον καναπέ με τον σύντροφό μας, δεν μας δίνει πλέον χαρά. Μάλιστα, μία από τις ερωτήσεις που περιλαμβάνουν τα επίσημα τεστ διάγνωσης της κατάθλιψης είναι το αν το τελευταίο διάστημα (κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων εβδομάδων) έχει μειωθεί το ενδιαφέρον ή η ευχαρίστηση που παίρνουμε από όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες που μας ευχαριστούσαν στο παρελθόν.

Είναι κατάθλιψη;

Για να διαγνωστεί ένα καταθλιπτικό επεισόδιο είναι απαραίτητη η ύπαρξη είτε της κακής διάθεσης είτε της ανηδονίας και η παρουσία τουλάχιστον τεσσάρων συμπτωμάτων από τα παρακάτω:

Άσχημος ύπνος: Οι δυσκολίες στον ύπνο, όπως η μεγάλη καθυστέρηση να μας πάρει ο ύπνος, το αθέλητο ξύπνημα πολύ νωρίς το πρωί ή οι συχνές αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας, αποτελούν ανησυχητικά σημάδια. Από την άλλη μεριά, μπορεί να συμβεί και ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ο ύπνος να διαρκεί πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο και να δυσκολευόμαστε να σηκωθούμε από το κρεβάτι.

Αλλαγές στην όρεξη: Οι διαταραχές της όρεξης μπορεί να εκδηλώνονται είτε με μείωση είτε με αύξησή της.

Μόνιμη κούραση: Η αίσθηση εξάντλησης, που πολλοί την περιγράφουν σαν απώλεια ενέργειας, συχνά χαρακτηρίζει τον καταθλιπτικό, ο οποίος μπορεί και να λέει ότι αισθάνεται διαρκώς κουρασμένος.

Μειωμένη λίμπιντο: Πρόκειται για ένα συνηθισμένο σύμπτωμα της κατάθλιψης που δεν αφήνει χώρο στη σεξουαλική δραστηριότητα είτε με τη μορφή της μειωμένης επιθυμίας είτε με τη μορφή σεξουαλικών δυσλειτουργιών.

Διέγερση ή επιβράδυνση: Ο πάσχων εμφανίζει είτε επιβράδυνση στη σκέψη και στις κινήσεις είτε εκνευρισμό και ανησυχία («δεν έχει ησυχία»).

Αισθήματα ενοχής: Ο πάσχων κατηγορεί τον εαυτό του σχεδόν για οτιδήποτε. Θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το παραμικρό που του συμβαίνει, μερικές φορές και για όσα συμβαίνουν στη ζωή των άλλων – των ανθρώπων που βρίσκονται στο κοντινό του περιβάλλον. Κυριαρχεί το αίσθημα της αναξιότητας, της ενοχής και της χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Δυσκολία συγκέντρωσης, καθώς και αδυναμία λήψης αποφάσεων Η αναποφασιστικότητα κάνει όλο και πιο έντονη την παρουσία της ακόμη και όταν ο πάσχων καλείται να πάρει αποφάσεις για απλά ζητήματα.

Σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας: Είναι επαναλαμβανόμενες και ποικίλλουν σε σοβαρότητα: Μπορεί κάποιος να εύχεται να πεθάνει σε στιγμές έντονης απελπισίας, να καταστρώνει σχέδια αυτοκτονίας αλλά να μην προχωρά σε πράξη ή ακόμη και να φτάσει στην απόπειρα.

Συναγερμός και στο σώμα

Η κατάθλιψη εκδηλώνεται και με σωματικά συμπτώματα που πολλές φορές μοιάζουν με εκείνα του στρες, όπως η δύσπνοια που συχνά περιγράφεται σαν ένα βάρος στο στήθος, οι ενοχλήσεις από το γαστρεντερικό σύστημα (π.χ. ναυτία, διάρροια), οι ταχυκαρδίες, οι πόνοι (π.χ. στο στήθος, στην πλάτη), τα μουδιάσματα στα άκρα και ο πονοκέφαλος.

Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις τα σωματικά συμπτώματα είναι αυτά που θορυβούν τον πάσχοντα και τον στρέφουν στον καρδιολόγο, τον γαστρεντερολόγο ή τον πνευμονολόγο. Συχνά ο ειδικός ψυχικής υγείας δεν αποτελεί την πρώτη επιλογή του ασθενούς. Οι ασθενείς κατά κανόνα επισκέπτονται τους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, οι οποίοι τελικά αποκλείουν το ενδεχόμενο παθολογικών προβλημάτων και παραπέμπουν τον ασθενή στον ψυχολόγο ή τον ψυχίατρο.

Είναι σοβαρή;

Η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται ήπια, μέτρια ή σοβαρή ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων.

Ήπια: Μπορούμε να επιτελέσουμε τις καθημερινές μας δραστηριότητες έστω και με μικρή δυσκολία. Συνιστάται αναμονή για μερικές εβδομάδες (3-4), στη διάρκεια των οποίων τα συμπτώματα μπορεί να υποχωρήσουν.

Μέτρια: Τα συμπτώματα επιμένουν και είναι δύσκολο να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Ενδεχομένως να φανεί χρήσιμη η συμβουλευτική ψυχοθεραπεία, ενώ η φαρμακευτική αγωγή είναι κάτι που μόνο ο ειδικός θα κρίνει αν χρειάζεται.

Σοβαρή: Τα συμπτώματα έχουν διαταράξει πλήρως τον ρυθμό της ζωής του ασθενούς και είναι απαραίτητη η επίσκεψη σε έναν ψυχίατρο, ο οποίος πέραν της ψυχοθεραπείας θα συστήσει και φαρμακευτική αγωγή.

Το πέρασμα στην κατάθλιψη

Οι στενοχώριες αποτελούν φυσιολογικές συναισθηματικές καταστάσεις από τις οποίες όλοι περνάμε. Όταν κάποιος αισθάνεται άσχημα, αυτό δεν σημαίνει ότι θα βυθιστεί πιο βαθιά στη θλίψη. Με το πέρασμα του χρόνου και τη βοήθεια των οικείων μας ανθρώπων σταδιακά θα ξεπεράσουμε τη στενοχώρια. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο περίγυρός μας, καθώς και ο τρόπος που έχουμε δομήσει τη ζωή μας -δηλαδή το αν έχουμε ενδιαφέροντα και δραστηριότητες-, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την προσαρμοστικότητά μας σε πιεστικές καταστάσεις και απώλειες. Για ποιο λόγο όμως ορισμένοι άνθρωποι βυθίζονται πιο βαθιά στη θλίψη, νιώθουν παγιδευμένοι στο κενό και φτάνουν στο σημείο να πιστέψουν ότι τελικά τίποτα δεν έχει νόημα πια; Τι είναι αυτό που ωθεί κάποιους να βιώνουν τη ζωή με βαρύ αίσθημα συντριβής; Η απάντηση δεν είναι απλή, δεδομένου ότι η κατάθλιψη θεωρείται πολυπαραγοντική νόσος.

Γονίδια και περιβάλλον

Όσοι έχουν ιστορικό κατάθλιψης στο άμεσο συγγενικό περιβάλλον τους (μητέρα, πατέρας) έχουν δύο έως τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν κατάθλιψη. Η γενετική προδιάθεση καθιστά κάποιον πιο ευάλωτο στην κατάθλιψη. Μελέτες σε διδύμους και σε υιοθετημένα παιδιά τεκμηριώνουν τη βαρύτητα του γενετικού παράγοντα. Έχει διαπιστωθεί ότι οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι έχουν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να νοσήσουν αν νοσεί και ο άλλος δίδυμος. Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι η νόσος χτυπά υιοθετημένα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες με ιστορικό κατάθλιψης, παρότι ζουν και μεγαλώνουν σε άλλο περιβάλλον.

Ο γενετικός παράγοντας είναι ισχυρός μεν, αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε και τον ρόλο του περιβάλλοντος. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υπάρχει η γενετική προδιάθεση, αυτή δεν αρκεί για να βυθίσει κάποιον στην κατάθλιψη. Τον καθιστά όμως πιο ευάλωτο ψυχικά σε περίπτωση που εκτεθεί σε κάποιο σοβαρά στρεσογόνο γεγονός, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, ο χωρισμός, η απόλυση ή η απότομη υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου. Με άλλα λόγια, όταν υπάρχει η γενετική προδιάθεση, τότε αυτά τα δυσάρεστα περιστατικά μπορεί να αποτελέσουν τον καταλύτη που θα πυροδοτήσει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίξουν ρόλο στην εκδήλωση κατάθλιψης σχετίζονται με τον αρνητικό τρόπος σκέψης, τις ψυχοπιεστικές καταστάσεις στην παιδική ηλικία, τις ασθένειες, καθώς και με την κατάχρηση ουσιών.

Η ψυχοθεραπεία

Η θεραπεία που εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης εξαρτάται από την προσέγγιση κάθε ειδικού, με σκοπό να επιφέρει αλλαγές στη νοοτροπία, να διορθώσει λανθασμένες σκέψεις και εκτιμήσεις, απλουστεύσεις ή υπερβολές, και να φέρει την ισορροπία στον τρόπο σκέψης του ασθενούς, που θα τον ωθήσει σε μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση και αντιμετώπιση της κατάστασης.

Και αυτό διότι ο καταθλιπτικός ασθενής έχει συνήθως μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας... Τα βλέπει όλα πολύ πιο μαύρα από όσο είναι – και παρότι η κατάσταση μπορεί να είναι όντως άσχημη, συνήθως είναι καλύτερη από αυτήν που νομίζει ο ίδιος. Ο σκοπός της θεραπείας είναι να τροποποιήσει τις γνωσιακές στρεβλώσεις του ασθενούς και να τον βοηθήσει να αποκτήσει διαφορετική οπτική γωνία της πραγματικότητας που βιώνει. Επίσης, το υποστηρικτικό δίκτυο του πάσχοντος (φίλοι, συγγενείς), καθώς και τα ενδιαφέροντά του, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που θα τον βοηθήσουν να ξεπεράσει την κατάθλιψη.

Ναι ή όχι στα αντικαταθλιπτικά;

Η λήψη αντικαταθλιπτικών χαπιών είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση μιας σοβαρής καταθλιπτικής διαταραχής, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τις περιπτώσεις ήπιας και μέτριας κατάθλιψης.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που επικρατεί όσον αφορά τη λήψη αντικαταθλιπτικών είναι διαμετρικά αντίθετη. Με άλλα λόγια, στη χώρα μας κάθε χρόνο αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς η χρήση αντικαταθλιπτικών. Το φαινόμενο αποδίδεται στο ότι τα φάρμακα συχνά αποτελούν την «εύκολη λύση», σε συνδυασμό με το μεγάλο ποσοστό εγκατάλειψης της ψυχοθεραπείας, που κάτω από τις συνθήκες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Γυναικεία νόσος;

Διπλάσιες περίπου γυναίκες από ό,τι άνδρες φαίνεται να πάσχουν από κατάθλιψη. Επιπλέον, οι γυναίκες, πέραν της κοινής κατάθλιψης, εμφανίζουν και κατάθλιψη μετά τον τοκετό (επιλόχεια κατάθλιψη), προεμμηνορρυσιακή δυσφορική διαταραχή (πριν την έμμηνο ρύση) και εμμηνοπαυσιακή κατάθλιψη. Οι άνδρες, από την άλλη μεριά, είναι πιο πιθανό να καλύψουν τα συμπτώματά τους πίσω από το αλκοόλ ή τον τζόγο. Ακόμη, ζητούν πιο δύσκολα βοήθεια από το κοντινό τους περιβάλλον ή από έναν ειδικό. Επομένως, εκτιμάται ότι η στατιστική αλλοιώνεται λόγω αυτών των συμπεριφορών, που θεωρούνται χαρακτηριστικές του ανδρικού φύλου. Σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες, η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι μεγάλη και αποδίδεται σε βιολογικές ανομοιότητες των δύο φύλων. Από την άλλη μεριά, όλο και περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν και οι κοινωνικές διαφορές ανδρών και γυναικών.

vita.gr Ν.Ψάλτη, Α.Μενεδιάτου, Στ.Κατσαράς (επιμέλεια Γ. Ξηντάρας)

Όταν κάποιος βιώνει άγχος μπορεί να προέρχεται από το στρες και αντίστροφα. Το άγχος και το στρες είναι, δηλαδή, αλληλένδετα πράγματα αλλά διαφορετικά και το ένα μπορεί να οφείλεται στο άλλο...

Τι είναι στρες;

Το στρες είναι μία φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού μας όταν αυτός έρχεται αντιμέτωπος με κάτι νέο ή και απαιτητικό, όταν συμβαίνει, δηλαδή κάτι παράξενο για εμάς. Αυτό το παράξενο μπορεί να είναι κάτι φυσιολογικό απλά εμείς να μην μπορούμε να το δούμε γιατί δεν το έχουμε ξαναζήσει. Το στρες προκαλεί την απελευθέρωση αδρεναλίνης, η οποία μας επιτρέπει να παίρνουμε γρήγορες αποφάσεις, να ανταποκρινόμαστε στις προκλήσεις και να παραμένουμε σε εγρήγορση.

Συνήθως, καταστάσεις που μας προκαλούν έντονα συναισθήματα, μας δημιουργούν στρες. Δηλαδή, οποιαδήποτε κατάσταση που μας κάνει να θυμώνουμε, να λυπόμαστε, να ανησυχούμε, να χαιρόμαστε, κλπ, ή ακόμα και να αγχωνόμαστε, μας δημιουργεί στρες! Πιο απλά, το στρες είναι μία κατάσταση που έρχεται ο οργανισμός μας (είτε χαρούμενη, είτε λυπητερή) εξαιτίας της "διατάραξης της ησυχίας μας ή/και της βολής μας" και θα απαιτεί να είμαστε στην "τσίτα".

Ορισμένα άτομα αντιμετωπίζουν χρόνιο στρες, το οποίο επιβαρύνει το καρδιαγγειακό σύστημα και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε κατάθλιψη. Η αίσθηση ελέγχου και η θετική στάση βοηθούν να αντιμετωπίσετε τα συμπτώματα του στρες και να χαλαρώσετε.

Τι είναι το άγχος;

Το άγχος είναι περισσότερο κοντά στο αίσθημα του φόβου. Όταν έχουμε άγχος αυτό οφείλεται σε ένα ερέθισμα που μας προκαλεί αίσθημα αδυναμίας, μία ανασφάλεια για το τι μπορεί να συμβεί και φόβο. Το άγχος συνήθως δημιουργείτε όταν μέσα μας υπάρχει ένα αίσθημα ανασφάλειας για το τι μπορεί να συμβεί, για το κατά πόσο μπορούμε να ελέγξουμε τα πράγματα, όταν επικρατεί σύγχυση και δεν μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα ή να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για μία κατάσταση.

Το άγχος ενεργοποιεί τον άνθρωπο στο να ανταποκριθεί ή να διευκρινίσει την αντίδρασή του σε συγκεκριμένα ερεθίσματα. Σε έναν πρώτο βαθμό, δηλαδή, δρα κινητοποιητικά, μας κινητοποιεί. Μερικοί άνθρωποι δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τα αίτια του άγχους που βιώνουν ή πάσχουν από διαταραχές άγχους που απορυθμίζουν τη ζωή τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι φοβίες και το άγχος εμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη της ζωής ενός ατόμου. Το άγχος γίνεται ανησυχητικό και χρήζει αντιμετώπισης όταν αρχίζει να παρεμβάλλεται στην καθημερινότητα του ατόμου μειώνοντας τη δραστηριότητά του και μειώνοντας δραστικά την υποκειμενική αίσθηση ευεξίας που έχει και κατ’ επέκταση τη ποιότητα της ζωής του. Σε αυτές τις περιπτώσεις το άτομο θα πρέπει να μάθει τρόπους να το διαχειρίζεται.

Όταν ο βαθμός του άγχους αυξάνεται χωρίς να γίνεται προσαρμογή στις νέες συνθήκες ή όταν αποσυνδεθεί από συγκεκριμένα ερεθίσματα και αυτονομηθεί αγγίζοντας τα όρια της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής, τότε το άγχος μπορεί να γίνει βλαπτικό για την υγεία του ατόμου. Οι αγχώδεις διαταραχές, όπως η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή ή η διαταραχή πανικού, αλλά και οι απλές ή οι σύνθετες φοβίες (αγοραφοβία, κοινωνική φοβία, υποχονδρίαση) διαφοροποιούνται από το καθημερινό συναίσθημα του άγχους ως προς τη συχνότητα εκδήλωσής τους και ως προς την έντασή τους.

Διαφορά άγχους και στρες

Η διαφορά του άγχους από το στρες, επομένως, βρίσκεται στο γεγονός ότι το άγχος αποτελεί εσωτερικό συναίσθημα σε αντίθεση με τους εξωτερικούς ψυχο-πιεστικούς παράγοντες που αποτελούν το στρες (όπως μία απώλεια, ένα φυσικό φαινόμενο, οι συνθήκες εργασίας κλπ). Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω το στρες είναι μία κατάσταση που έρχεται ο οργανισμός μας εξαιτίας της "διατάραξης της ησυχίας μας". Ενώ το άγχος, είναι ένας φόβος που αποκτούμε εξαιτίας μιας κατάστασης, επειδή δεν ξέρουμε τι θα επακολουθήσει και τι συνέπειες θα έχει για εμάς, ο φόβος για το άγνωστο.

Για να καταλάβουμε καλύτερα τη διαφορά έχουμε 2 παραδείγματα παρακάτω:

Παράδειγμα 1ο:

Ας υποθέσουμε ότι αλλάζεις εργασία και πας σε μία καλύτερα ή παίρνεις μια προαγωγή. Μπορεί να βιώνεις στρες γιατί οι υποχρεώσεις σου έχουν αυξηθεί και πρέπει να ανταποκριθείς στις καινούριες απαιτήσεις της δουλειάς. Από την άλλη όμως, θα βιώνεις και άγχος γιατί δεν ξέρεις αν θα είσαι καλός σε αυτή τη θέση, αν θα τα καταφέρεις και αν θα μπορέσεις να κρατήσεις τη θέση σου.

Παράδειγμα 2ο:

Ας υποθέσουμε τώρα ότι παντρεύεσαι. Θα έχεις στρες γιατί θα πρέπει να τακτοποιήσεις και να τρέξεις για πολλά πράγματα, αλλά θα βιώνεις και άγχος εάν κάτι έχεις κανονίσει και δεν πάει καλά ή αν θα είναι όλα έτσι όπως τα έχεις ονειρευτεί και κανονίσει.

Πώς αντιμετωπίζονται;

Υπάρχουν αρκετές και διάφορες θεραπείες για την αντιμετώπιση των δύο παθήσεων. Στην περίπτωση του στρες, προτείνονται συνήθως αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως:

  • η ενασχόληση με ένα καινούριο χόμπι,
  • η εκμάθηση τεχνικών χαλάρωσης,
  • η ενασχόληση με τη γιόγκα,
  • ο δημιουργικός οραματισμός και ο διαλογισμός.

Για την περίπτωση του άγχους η ψυχοθεραπεία αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική για την αναγνώριση των παραγόντων που σας επηρεάζουν και επομένως σας δημιουργούν άγχος και την εξεύρεση τρόπων αντιμετώπισης των φόβων σας.

Πολλές φορές το άγχος που βιώνουμε εμείς το μεταφέρουμε και στους γύρω μας. Για να μην μεταφέρουμε, λοιπόν, το άγχος στην οικογένεια μας, στους φίλους μας κλπ. πρέπει καταρχήν να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε άγχος και να επιθυμούμε να το διαχειριστούμε. Μόνο και μόνο μέσα από τη συνειδητοποίησή του και της κατάστασης που προκαλεί, αποφεύγεται η από κεκτημένη ταχύτητα διάχυσή του στους άλλους. Πέρα από τις ψυχολογικές τεχνικές αναγνώρισης, εκτόνωσης και περιορισμού του, που αντιμετωπίζουν κυρίως τη γνωστική διάσταση του άγχους, πρωτεύοντα ρόλο παίζουν και η αναγνώριση της σωματικής του διάστασης κι εκτόνωσης. Οι τέσσερις πιο φυσικές και αγχολυτικές σωματικές δραστηριότητες είναι:

  • η ήρεμη αναπνοή,
  • ο ύπνος,
  • η άθληση και
  • η ερωτική πράξη.

Ελπίζω, τώρα να είναι κάπως ποιο ξεκάθαρο τι είναι το στρες και τι είναι το άγχος και να ξέρεις τι βιώνεις κάθε φορά για να μπορείς να το διαχειριστείς και ποιο αποτελεσματικά...

PsychologyNow Γλυκερία Ρέππα (επιμέλεια Γ.Ξηντάρας)

Η αδρεναλίνη ανεβαίνει και η καρδιά σας χτυπάει σαν τρελή. Εσείς χάνετε τη γη κάτω από τα πόδια σας, αλλά τελικά η αγωγή που έχει να σας συστήσει ο ειδικός είναι ασκήσεις ηρεμίας. «Τι είναι πάλι αυτό;», αναρωτιέστε.

Τα συμπτώματα αυτά είναι χαρακτηριστικά μιας κρίσης πανικού, ενός προβλήματος που φαίνεται να απασχολεί ολοένα και περισσότερο κόσμο, ιδιαίτερα σήμερα που δεν υπάρχει χρόνος να «χαζέψετε», να χαλαρώσετε. Μάλιστα, αντίθετα με ό,τι θα περιμέναμε, η κρίση… χτυπάει όχι τις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά τους νέους ανθρώπους, που στις μέρες μας αντιμετωπίζουν παντού αδιέξοδα και πιέσεις, στις σχέσεις, τη δουλειά, την υγεία.

Τι είναι η κρίση πανικού

Πρόκειται για μία ιδιαίτερα έντονη αντίδραση απέναντι στο άγχος, η οποία κλιμακώνεται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και έχει συγκεκριμένα σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα. Μάλιστα, όταν οι κρίσεις αυτές επαναλαμβάνονται ή μετά από ένα επεισόδιο ο ασθενής αναπτύξει έντονο άγχος ότι θα του ξανασυμβεί, τότε μιλάμε για διαταραχή πανικού, η οποία ανήκει στις αγχώδεις διαταραχές.

Εκεί που δεν το περιμένεις!

Οι κρίσεις πανικού έρχονται ξαφνικά, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα. Μπορεί, όμως, να συνδέονται με συγκεκριμένες καταστάσεις, π.χ. να εκδηλώνονται σε περιόδους μεγάλης έντασης, άγχους ή θλίψης. Μπορεί, επίσης, να κρύβουν κάποια ψυχογενή αιτία (ακόμα και αν ο ασθενής δεν το γνωρίζει) και να αποτελούν σύμπτωμα κατάθλιψης ή φοβίας (π.χ. ο κλειστοφοβικός μπορεί να πάθει μια κρίση αν βρεθεί σε κλειστό μέρος). Ωστόσο, μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο, δηλαδή μια κρίση πανικού να αποτελέσει την αφορμή για να ξεκινήσει μια γενικευμένη ή μια συγκεκριμένη φοβία.

Για δύσκολους λύτες

Τα συμπτώματα μιας κρίσης πανικού είναι ιδιαίτερα έντονα και πολλοί είναι αυτοί που δεν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για αγχώδη διαταραχή, αλλά πιστεύουν ότι παθαίνουν έμφραγμα ή κάτι άλλο σοβαρό. Έτσι, αρχίζουν να πηγαίνουν από τον ένα γιατρό στον άλλον, προκειμένου να δουν τι τους συμβαίνει. Αφού, λοιπόν, έχουν ταλαιπωρηθεί από εξετάσεις και ελέγχους και αφού οι γιατροί δεν βρίσκουν κάποια οργανική αιτία, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για κρίση πανικού.

Όταν «χτυπάει»η κρίση

Οι κρίσεις πανικού τις περισσότερες φορές διαρκούν 5-10 λεπτά και τα συμπτώματά τους, τα οποία μπορεί να κρατήσουν περισσότερο, περιλαμβάνουν:

  • Σωματικές εκδηλώσεις: Ταχυπαλμία, εφίδρωση, ξηροστομία, δυσκολία στην αναπνοή, αίσθηση πνιγμού, σφίξιμο στο στήθος, εξάψεις, μούδιασμα στα χέρια, τρέμουλο, πόνος στο στομάχι, ναυτία.
  • Ψυχολογικές εκδηλώσεις: Φόβος απώλειας ελέγχου, κόπωση, μεγάλη νευρικότητα, φόβος θανάτου, δυσκολία συγκέντρωσης, κατάθλιψη.

Ποιος κινδυνεύει περισσότερο

Υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες που αυξάνουν τις πιθανότητες κάποιος να εκδηλώσει μια κρίση πανικού. Μερικοί από αυτούς είναι:

  • Η ιδιοσυγκρασία. Οι νευρικοί, αγχώδεις και με χαμηλή ικανότητα προσαρμογής άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν μια κρίση πανικού σε σχέση με τους πιο ήρεμους. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας ήρεμος άνθρωπος δεν μπορεί να έχει κάποια φοβία.
  • Οι άμυνες. Αν ανήκετε σε αυτούς που προτιμούν να κρατούν ό,τι τους απασχολεί για τον εαυτό τους και σκέφτονται συνεχώς αρνητικά για ό,τι τους συμβαίνει, αν δέχεστε παθητικά ό,τι σας φέρνει η ζωή ή προτιμάτε να αποφεύγετε ό,τι σας φοβίζει, τότε έχετε περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσετε το πρόβλημα.
  • Η εικόνα για τον εαυτό σας. Ο τρόπος που βλέπετε τον εαυτό σας και η εμπιστοσύνη που έχετε στις δυνατότητές σας, πράγματα τα οποία «χτίζονται» στην παιδική ηλικία μέσα στην οικογένεια.
  • Οι διδαγμένες συμπεριφορές. Αν έχετε μεγαλώσει με άτομα που αντιδρούν στις δυσκολίες με φοβίες και πανικό, τότε έχετε περισσότερες πιθανότητες να κάνετε κι εσείς το ίδιο.
  • Η ηλικία. Το πρόβλημα παρουσιάζεται συνήθως μετά την ηλικία των
    18 ετών, όταν δηλαδή χάνεται η παιδικότητα και δεν εκφράζονται τα συναισθήματα τόσο αυθόρμητα.
  • Η ζωή στις μεγαλουπόλεις. Η καθημερινή πίεση, ο συνεχής θόρυβος, η έλλειψη χαλάρωσης επηρεάζουν την ψυχολογική σας κατάσταση.

Υπάρχει θεραπεία;

Οι ελαφριές κρίσεις σε καταστάσεις φόρτισης δεν αποτελούν διαταραχή και μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη στήριξη των γύρω σας. Όταν όμως δυσκολεύουν τη ζωή σας, τότε οι αναπνοές μέσα σε χαρτοσακούλες, για να αντιμετωπίσετε τον υπεραερισμό, δεν είναι η λύση... Στην περίπτωση αυτή πρέπει να απευθυνθείτε σε έναν ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Η χορήγηση φαρμάκων (αντικαταθλιπτικών και ηρεμιστικών) μπορεί να βοηθήσει, όπως και τα διάφορα είδη ψυχοθεραπείας, που θα συμβάλουν στο να αναγνωρίσετε τα βαθύτερα αίτια που κρύβονται πίσω από το άγχος σας, αλλά και να αποδυναμώσετε τις αρνητικές σκέψεις και συμπεριφορές που προκαλούν και κλιμακώνουν το αίσθημα του πανικού. Σας μαθαίνουν ακόμα να χαλαρώνετε, να ελέγχετε τα συμπτώματα και να αντιμετωπίζετε τις καταστάσεις που φοβάστε ότι θα προκαλέσουν μια κρίση. Οι τεχνικές χαλάρωσης που προσφέρει η γιόγκα, το χαλαρωτικό μασάζ, η ήπια άσκηση, οι ασκήσεις αναπνοής μπορούν να βοηθήσουν πολύ. Ιδιαίτερα αποτελεσματικός είναι επίσης ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής με ψυχοθεραπεία.

Μία μαρτυρία...

Σ. Π.
«Μόλις είχα γεννήσει το δεύτερο παιδί μου. Μητέρα νέα, με απαιτητική δουλειά και χωρίς βοήθεια, έπρεπε να προλαβαίνω δουλειά, σπίτι, οικογένεια. Δεν ήθελα να δυσαρεστήσω κανέναν, δεν ζητούσα βοήθεια και δεν έλεγα ποτέ “όχι”. Είχα αλλάξει τρόπο ζωής και από εκεί που έβγαινα συνεχώς, τώρα δεν προλάβαινα να πάρω ανάσα. Κάποια στιγμή κατάφερα να κανονίσω μια βόλτα με τις φίλες μου στην Ερμού. Αν και ήμουν κουρασμένη, δεν το ανέβαλα. Μπαίνοντας, όμως, σε ένα πολυκατάστημα, άρχισα να νιώθω περίεργα. Ξαφνικά δυσκολευόμουν να αναπνεύσω, ζαλιζόμουν και ίδρωνα. Νόμιζα ότι οι τοίχοι “έκλειναν” και θα με εγκλώβιζαν. Δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει. Οι φίλες μου με έπιασαν και με έβγαλαν έξω με αρκετή προσπάθεια. Μετά από αυτό, δεν ξαναπήγα σε χώρο κλειστό με πολύ κόσμο, στον κινηματογράφο, σε αεροπλάνο. Παρ’ όλα αυτά, δεν επισκέφτηκα κάποιον ειδικό. Ωστόσο, στο διάστημα που ακολούθησε είχα και άλλα επεισόδια και μια φίλη μού πρότεινε να επισκεφτώ έναν ψυχολόγο. Το καλό είναι ότι γνώριζα πως είχα ανάγκη από βοήθεια και όταν τον επισκέφτηκα, ήμουν απόλυτα ειλικρινής μαζί του, γιατί ήθελα να βάλω σε τάξη τη ζωή μου. Στα 2 χρόνια θεραπείας που ακολούθησαν, μίλησα για όλα όσα με απασχολούσαν και κατάλαβα ότι δεν τολμούσα να παραδεχτώ σε κανέναν πόσο πιεσμένη ήμουν. Η κίνηση αυτή ήταν μία από τις καλύτερες της ζωής μου. Έμαθα να ελέγχω τις φοβίες μου και μάλιστα χωρίς να καταφύγω στη λήψη φαρμάκων. Σήμερα, μόλις αναγνωρίσω μια “απειλητική” κατάσταση, είμαι σε θέση να ελέγξω τον εαυτό μου, λειτουργώντας περισσότερο με τη λογική, και να χαλαρώσω παίρνοντας ανάσες. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν χρειάζεται καν να φτάσω στο σημείο αυτό. Η πρόληψη είναι πάντα καλύτερη!»

vita.gr M.Παπαδοδημητράκη (επιμέλεια Γ.Ξηντάρας)

Εσείς το θεωρείτε ένδειξη τελειομανίας, αλλά οι φίλοι σας σάς ταυτίζουν με τον Jack Nicholson στο «Καλύτερα δεν γίνεται». Μήπως, τελικά, η μανία σας με την καθαριότητα δεν είναι τόσο αθώα όσο νομίζετε;

Κάθε πρωί, πριν ξεκινήσετε για το γραφείο, ελέγχετε αν έχετε σβήσει τα φώτα, αν στάζουν οι βρύσες, αν έχετε κλείσει το θερμοσίφωνο, αν έχετε κλειδώσει τις πόρτες. Μπορεί, πάλι, να θέλετε τα πράγματα τακτοποιημένα με το δικό σας τρόπο και να αντιλαμβάνεστε την παραμικρή αλλαγή στο χώρο σας. Συγγενείς και φίλοι σάς θεωρούν λίγο ιδιότροπους και βρίσκουν τις συνήθειές σας αυτές άλλοτε αστείες και άλλοτε εκνευριστικές... Αποτελούν, όμως, τα παραπάνω απόδειξη ότι πάσχετε από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή;

Τι είναι η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (ΙΨΔ);
Πρόκειται για ψυχική διαταραχή η οποία ανήκει στις αγχώδεις διαταραχές. Ο πάσχων παγιδεύεται από μία σειρά επαναληπτικών σκέψεων, εικόνων ή παρορμήσεων (ιδεοληψίες) και επαναληπτικών συμπεριφορών (ψυχαναγκασμοί), που επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητά του. Συχνά ο ίδιος αναγνωρίζει ότι είναι υπερβολικές ή παράλογες, αλλά νιώθει αναγκασμένος να σκέφτεται ή να δρα με τον τρόπο αυτό, γιατί διαφορετικά βιώνει έντονο άγχος. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές το πρόβλημα είναι ήπιο. Στις περιπτώσεις, όμως, που είναι σοβαρό, χρειάζεται η βοήθεια ειδικού ψυχολόγου ή ψυχιάτρου.

Υπάρχουν συμπτώματα;
Τα συμπτώματα που εκδηλώνουν οι ασθενείς με ΙΨΔ είναι:

➜ Οι ιδεοληψίες, δηλαδή επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις που «εισβάλλουν» στο μυαλό του πάσχοντος χωρίς ο ίδιος να το θέλει, έχουν δυσάρεστο περιεχόμενο και του προκαλούν τρομερό άγχος. Αναγνωρίζει τις σκέψεις αυτές ως δικές του, ακόμη και αν δεν συμφωνεί μαζί τους, και ενώ προσπαθεί να τις αγνοήσει, να τις καταστείλει και να τις εξουδετερώσει, δεν το πετυχαίνει πάντα.
➜ Οι ψυχαναγκασμοί, δηλαδή επαναλαμβανόμενες και επίμονες πράξεις ή συμπεριφορές που απαιτούν τόσο πολύ χρόνο, ώστε να μην μπορεί κανείς να συνεχίσει τις άλλες του δραστηριότητες. Μπορεί να είναι φανεροί, δηλαδή κινητικές συμπεριφορές (π.χ. καθαριότητα), ή κρυφοί, δηλαδή νοητικές πράξεις (π.χ. επανάληψη φράσης). Συνήθως, αποτελούν την απάντηση στην ιδεοληψία και στοχεύουν στην ανακούφιση από το άγχος που αυτή προκαλεί. Όμως, λειτουργούν προσωρινά και σύντομα οι ανησυχίες επανέρχονται. Μάλιστα, αν και ο πάσχων αναγνωρίζει τις πράξεις αυτές ως υπερβολικές ή παράλογες, βιώνει έντονο άγχος αν δεν τις εκτελέσει. Κάποιοι άνθρωποι έχουν ένα συγκεκριμένο τύπο ψυχαναγκασμού, ενώ άλλοι πολλαπλούς, που μπορεί να εναλλάσσονται.

Συχνά, συγκεκριμένοι τύποι ιδεοληψίας ακολουθούνται από συγκεκριμένους τύπους ψυχαναγκασμών, π.χ. οι ιδεοληψίες αμφιβολίας από ψυχαναγκαστικό έλεγχο εάν η πόρτα έκλεισε, πράγμα που γίνεται αμέτρητες φορές.

Το καρέ
Οι άνθρωποι με ΙΨΔ παρουσιάζουν τέσσερα ακόμα χαρακτηριστικά:

Αντίσταση: Οι περισσότεροι προσπαθούν να αναπτύξουν αντίσταση απέναντι στις σκέψεις και τους ψυχαναγκασμούς τους. Αν και αρκετοί καταφέρνουν να ελέγχουν τα συμπτώματα αυτά όταν είναι έξω από το σπίτι, όσο περνά ο καιρός η αντίστασή τους μειώνεται.

Ντροπή και μυστικότητα: Συχνά προσπαθούν να κρύψουν το πρόβλημά τους, με αποτέλεσμα να μην παίρνουν ιατρική βοήθεια, παρά μόνο έπειτα από πολλά χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να έχουν προσαρμοστεί στη διαταραχή αυτή με τίμημα, ίσως, την ποιότητα της ζωής τους. Συχνή στις περιπτώσεις αυτές είναι η δευτερογενής κατάθλιψη, που μπορεί τελικά να οδηγήσει τον πάσχοντα στον ειδικό.

Χρονιότητα: Η ΙΨΔ συνήθως είναι χρόνια διαταραχή, που μπορεί να κρατήσει ακόμη και δεκαετίες, και τα συμπτώματά της μπορεί να παρουσιάζουν περιόδους υφέσεων και εξάρσεων.

Πότε υπάρχει πρόβλημα;
Οι ψυχαναγκαστικά επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες δεν διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό από κάποιες πράξεις που καθημερινά επαναλαμβάνουμε με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, μη βιαστείτε να σκεφτείτε ότι έχετε πρόβλημα, επειδή κάθε πρωί πριν φύγετε από το σπίτι για να πάτε στο γραφείο σας ελέγχετε όλες τις ηλεκτρικές συσκευές. Η διαφορά ανάμεσα σε εμάς που πλένουμε τα χέρια μας μηχανικά κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς και σε έναν ψυχαναγκαστικό που φοβάται τα μικρόβια είναι ότι ο δεύτερος (αν καταφέρει να μπει στο λεωφορείο) θα απολυμαίνει τα χέρια του σε τέτοιο βαθμό που να τα ερεθίσει. Μπορεί, λοιπόν, οι δικές μας «τελετουργίες» να μας διευκολύνουν, οι ψυχαναγκαστικές, ωστόσο, συμπεριφορές μετατρέπουν απλές και καθημερινές δραστηριότητες σε τεράστιο πρόβλημα.

Η παρανόηση
Αντίθετα με όσα ακούγονται, ο ψυχαναγκασμός δεν σχετίζεται με την «τρέλα». Μάλιστα, ένας άνθρωπος με ψυχαναγκασμούς έχει λιγότερες πιθανότητες να «τρελαθεί», αφού οι αιτίες της σχιζοφρένειας είναι διαφορετικές από αυτές της ΙΨΔ και τα δύο προβλήματα δεν σχετίζονται. Μπορεί κάποιες ιδεοληψίες να μοιάζουν με παραλήρημα ασθενούς με σχιζοφρένεια, ωστόσο, ένας άνθρωπος με ΙΨΔ καταλαβαίνει ότι αυτό που σκέφτεται ή κάνει είναι παράλογο, αλλά νιώθει αναγκασμένος να το σκέφτεται ή να το κάνει, ενώ ο δεύτερος πιστεύει απόλυτα στην αλήθεια του παραληρήματος.

Βοηθήστε τον εαυτό σας
➜ Ενημερωθείτε. Όσα περισσότερα γνωρίζετε για την πάθησή σας, τόσο καλύτερα καταλαβαίνετε τι συμβαίνει.
➜ Αναβάλετε όσο περισσότερο μπορείτε τη ψυχαναγκαστική πράξη.
➜ Ασχοληθείτε με δραστηριότητες που σας ευχαριστούν, ώστε να ξεφύγετε από την έμμονη ιδέα.
➜ Γίνετε μέλος σε κάποιο σύλλογο.
➜ Κάντε παρέα με ανθρώπους που σας φτιάχνουν τη διάθεση.

Μία προσωπικη μαρτυρία...
«Εδώ και 20 χρόνια πάσχω από ΙΨΔ, αλλά μόλις τα 2 τελευταία άρχισα θεραπεία. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Πλένομαι όλη μέρα -κάποιες φορές στο σημείο να γδέρνω το δέρμα μου-, εξαιτίας της εμμονής μου με τα μικρόβια. Πιστεύω ότι μπορεί να κολλήσω μικρόβια από παντού, από τα πόμολα, τις καρέκλες, τα χέρια των άλλων. Όσο για το σπίτι, αναγκάζω συνεχώς τους άλλους να απολυμαίνουν τα πάντα. Μάλιστα, γίνομαι επιθετική όταν προσπαθούν να με σταματήσουν. Καταλαβαίνω ότι θέλουν να βοηθήσουν, αλλά μου είναι δύσκολο να το ελέγξω.»

vita.gr M.Παπαδοδημητράκη, Π.Σκαπινάκης (επιμέλεια Γ.Ξηντάρας)

Η απώλεια ενός αγαπημένου σας προσώπου αποτελεί αιτία πολλών αλλαγών που  αφορούν την καθημερινότητα, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, τα μελλοντικά σχέδια, τα συναισθήματά μας.

Το συναισθηματικό μας πένθος μπορεί να κρατήσει από μήνες μέχρι και χρόνια. 

Ο θρήνος που συνοδεύει την απώλεια είναι πανανθρώπινο γεγονός. Όλοι οι πολιτισμοί έχουν τελετές θρήνου, ώστε ο πόνος να μοιράζεται και να απαλύνεται βιωμένος από τους πολλούς που ο καθένας προσφέρει τον εαυτό του και λαμβάνει το μερίδιο του. Ένα φορτίο ,που μοιράζεται γίνεται ελαφρύτερο... 

Η απώλεια είναι μία μεγάλη αλλαγή στη ζωή μας και χρειαζόμαστε χρόνο για να προσαρμοστούμε όπως συμβαίνει και με κάθε αλλαγή στη ζωή μας.

Η αντίδραση στον θάνατο επηρεάζεται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμβαίνει, τις πολιτισμικές επιρροές, την προσωπικότητά αλλά και το τι σημαίνει για εμάς αυτή η απώλεια.

Κάποιοι θρηνούν ανοιχτά, άλλοι πιο μοναχικά. 

Είναι σημαντικό να είστε ανοιχτοί και να μη διστάσετε να ζητήσετε βοήθεια από συγγενείς, φίλους και συμβούλους. Είναι ουσιαστικής σημασίας τόσο για τη σωματική όσο και την ψυχική σας υγεία να εκφράζετε τα συναισθήματά σας.

Εάν καταπνίξετε τα συναισθήματά σας μέσω άλλων δραστηριοτήτων, αλκοόλ ή φαρμάκων, πιθανότατα να βλάψετε την σωματική και ψυχική σας υγεία.

Η απώλεια μετά από μία παρατεταμένη ασθένεια όπως ο καρκίνος, είναι διαφορετική από αυτήν που βιώνουν όσοι έχασαν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο ξαφνικά. Όταν κάποιος έχει μία παρατεταμένη ασθένεια, πολλά από τα αγαπημένα του πρόσωπα νιώθουν συναισθηματικά την απώλειά του πριν τον θάνατό του, γιατί συνειδητοποιούν την πιθανότητα μίας τέτοιας κατάστασης.

Είναι μία φυσιολογική αντίδραση και βοηθά ουσιαστικά το άτομο να προετοιμαστεί για αυτήν την απώλεια. Συνήθως, η περίοδος πριν τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου, είναι μία περίοδος όπου όλα τα κοντινά πρόσωπα νιώθουν καταβεβλημένα από την πιθανότητα της απώλειας.

Αλλά όταν τελικά φεύγει ο άνθρωπός μας τότε ξεκινά και μία νέα περίοδος θλίψης. Πολλοί σκέφτονται ότι είναι προετοιμασμένοι ψυχολογικά για κάτι τέτοιο μιας και το είχαν σαν αναμενόμενο στο μυαλό τους. Παρ’όλα αυτά, όταν το αγαπημένο τους πρόσωπο «φύγει», μπορεί να αισθανθούν ένα συναισθηματικό σοκ και αυτό να επιφέρει αναπάντεχα συναισθήματα όπως κατάθλιψη, μοναξιά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μία καθημερινότητα η οποία τους προσφέρει μία αίσθηση οργάνωσης και συνέπειας. Για παράδειγμα, η καθημερινότητα των οικογενειών που έχουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο που βιώνει τον καρκίνο, συμπεριλαμβάνει την φροντίδα αυτού του προσώπου.

Εάν όμως αυτό το πρόσωπο φύγει τότε αυτή η οικεία για εκείνους καθημερινότητα, αυτή η προσφορά φροντίδας προς το άτομο που αγαπάνε και η παρουσία του σε χώρους που όλοι ζουν και μοιράζονται, απότομα σταματά.

Είναι πολύ λογικό λοιπόν, τα οικογενειακά μέλη να νιώσουν χαμένα, συντετριμμένα, απελπισμένα. Είναι η στιγμή που πρέπει να δημιουργήσουν μία νέα καθημερινότητα και να την προσαρμόσουν με βάση αυτήν την απώλεια. Αυτές οι αλλαγές διαφοροποιούν τις ευθύνες μας, τα οικονομικά μας, τους στόχους μας, τα ενδιαφέροντα, τις σχέσεις μας...

bestrong.org.gr (επιμέλεια Γ.Ξηντάρας)

Καταρχήν ας δούμε τι είναι το διαζύγιο. Με αυτόν τον όρο, εννοούμε πρώτα-πρώτα

  • Το φυσικό χωρισμό μεταξύ του ζευγαριού, την αναχώρηση δηλαδή του ενός από το σπίτι. Όταν υπάρχουν παιδιά, αυτός που φεύγει είναι φυσιολογικά ο πατέρας. Σίγουρο πάντως είναι ότι τα παιδιά καλό είναι να μην μετακινούνται.
  • Μετά εννοούμε βεβαίως το νομικό διαζύγιο. Εδώ οι οικογένειες στον τόπο μας είναι στην ιδιαίτερη θέση να περνούν δυο φορές από αυτή την επίπονη διαδικασία, μιας που αναγκάζουμε τα ζευγάρια να παίρνουν πιστοποιητικό διαζυγίου και από την πολιτεία, αλλά και από την εκκλησία.
  • Τέλος, έχουμε το συναισθηματικό διαζύγιο. Αυτό επιτυγχάνεται πιο δύσκολα από όλα τα προηγούμενα, ιδιαιτέρα εάν υπάρχουν παιδιά. Βλέπουμε περιπτώσεις όπου οι δύο ασχολούνται ο ένας με την ζωή του άλλου, και συχνά τσακώνονται, για πολλά χρόνια ακόμα μετά το νομικό διαζύγιο. Κάποια ζευγάρια δε χωρίζουν ποτέ συναισθηματικά. Για τα παιδιά, αυτή η κατάσταση συνεπάγεται επιπρόσθετη αναστάτωση: έχουν δηλαδή τα μειονεκτήματα ενός χωρισμού χωρίς τα πλεονεκτήματα.

Δυσκολίες / Επιπτώσεις από ένα διαζύγιο:

Οικονομικές: Μια από τις πιο λυπηρές στατιστικές για το διαζύγιο περιγράφει πόσο αδικούνται και οι μητέρες, αλλά δυστυχώς και τα παιδιά από αυτή την άποψη, ενώ το εισόδημα του πατέρα αυξάνεται ως επί το πλείστον.

Ψυχολογικές: Τα παιδιά βιώνουν μια τρομακτική ανασφάλεια, νιώθουν

  • χαμένα και εγκαταλελειμμένα, δεν ξέρουν τι να περιμένουν, φοβούνται ότι θα χάσουν για πάντα τον γονέα που φεύγει, συνήθως τον πατέρα δηλαδή.
  • υπεύθυνα για το διαζύγιο. Πολύ συχνά τα παιδιά νιώθουν ότι η πηγή των προβλημάτων των γονιών τους είναι εκείνα τα ίδια και συνεπώς διακατέχονται από έντονες ενοχές και βασανίζονται με σκέψεις όπως: «Ίσως αν είμαι τέλειος στη συμπεριφορά μου από τώρα και στο εξής, αν φέρω τέλειους βαθμούς, αν δεν τους ζητήσω τίποτα για τον εαυτό μου ξανά ποτέ, ίσως τότε να ξανασμίξουν.»
  • υπεύθυνα για τους γονείς τους. Κάποτε συμβαίνει να νιώθουν ότι πρέπει τα ίδια τα παιδιά να φροντίσουν το σπίτι, τα αδέρφια τους η ακόμα και τους γονείς τους, όταν βλέπουν ότι οι ίδιοι δεν μπορούν να χειριστούν την κατάσταση. Συχνά δηλαδή αναλαμβάνουν ευθύνες πολύ πέραν και της ηλικίας τους και των δυνατοτήτων τους.
  • ένα αίσθημα όχι μόνο απώλειας για την οικογένεια που διαλύεται, αλλά και συναισθήματα πένθους πραγματικά. Πένθος για το παρελθόν που έζησαν, που τώρα τους μοιάζει ψεύτικο. Σίγουρα επίσης πένθος για το μέλλον, που έπαιρναν σαν δεδομένο, για τα σχέδια που έφτιαχναν στο μυαλό τους, τα όνειρα που δε θα πραγματοποιηθούν.
  • ανάμεικτα λύπη, στενοχώρια και βεβαίως θυμό επίσης, για όλα αυτά που συμβαίνουν, για το ότι οι γονείς τους δεν κατάφεραν να τους προστατεύσουν, ότι δεν κατάφεραν να κρατήσουν την οικογένεια μαζί, παρόλα τα προβλήματα που είχαν.
  • Η μεγαλύτερη τους έγνοια όμως, είναι αν θα μπορέσουν να προφυλάξουν την αγάπη που νιώθουν και για τους δυο τους γονείς, αν θα τους επιτραπεί δηλαδή, να συνεχίσουν να αγαπούν και τους δύο, όπως έκαναν μέχρι τώρα. Αυτό είναι γεγονός ότι συνιστά ένα από τα χειροτέρα προβλήματα για τα παιδιά διαζευγμένων οικογενειών. Είναι απαίσιο συναίσθημα να νιώθουν ότι πρέπει να αποκρύψουν ότι πεθύμησαν τον πατέρα παραδείγματος χάριν και να υποδύονται τους αδιάφορους επειδή νιώθουν ότι η μητέρα δε θα άντεχε αν το διαισθανόταν, ότι θα το βίωνε σαν προδοσία περίπου. Σε πολλές περιπτώσεις το ίδιο ισχύει και με τις ευρύτερες οικογένειες. Το παιδί δηλαδή μαθαίνει ότι όταν βρίσκεται με μέλη της μιας πλευράς της οικογένειας του, θα πρέπει να συμπεριφέρεται σαν η άλλη να μην υπάρχει καθόλου. Σε κάποιες περιπτώσεις, ευτυχώς λιγότερες τώρα πια απ’ ότι στο παρελθόν, κάθε φορά που επισκέπτεται τη μια οικογένεια αναγκάζεται να ακούει άσχημα λόγια, βρισιές, κατηγορίες κλπ εναντίον του άλλου «στρατοπέδου» γενικά. Είναι αβάσταχτη η θέση αυτή για ένα παιδί, νιώθει ότι πρέπει να μοιράζει τον εαυτό του στα δύο, ότι αναγκάζεται να προσποιείται και να υποκρίνεται για να προστατεύσει τους γονείς του.

Όλες αυτές οι δυσκολίες δημιουργούν συχνά συγκεκριμένα προβλήματα στο παιδί, συμπτώματα δηλαδή, που εύκολα μπορούμε να παρατηρήσουμε, είτε στο σπίτι είτε στο σχολείο. Πιθανό να γίνει ατίθασο και ανυπάκουο, να εκφράζει θυμό και επιθετικότητα. ΄Η είναι δυνατόν να κλειστεί στον εαυτό του, να απομονωθεί, να παρουσιάζει εικόνα κατάθλιψης, να αναιρείται και να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, να πέσουν οι βαθμοί του κλπ. Ή μπορεί ενδεχομένως να παρουσιάζει σωματικά συμπτώματα, σωματοποιώντας δηλαδή μ’ αυτό τον τρόπο τον ψυχικό του πόνο.

Τα προβλήματα γίνονται πιο έντονα όταν αλλάζει και η καθημερινότητα του παιδιού, αν αναγκαστεί λόγου χάριν να μετακομίσει από τη γειτονιά και το σπίτι του. Η συνηθέστερη αλλαγή που καλείται να αντιμετωπίσει αφορά το θέμα της πειθαρχίας στο σπίτι. Τα όρια δεν είναι πια τα ίδια, όχι επειδή οι γονείς τα προσαρμόζουν στις νέες συνθήκες, αλλά επειδή οι γονείς είναι τόσο απορροφημένοι με τα δικά τους, που δυστυχώς δεν ασχολούνται αρκετά και στο τέλος παραμελούν το παιδί, άθελα τους, βέβαια. Αυτή η ξαφνική ελευθερία και χαλαρότητα, όπου οι μεγάλοι ξεχνούν να το βάλουν για ύπνο στη συνηθισμένη ώρα, ξεχνούν να βοηθήσουν με τα διαγωνίσματα, ενώ πριν το έκαναν ανελλιπώς, αμελούν να πειθαρχήσουν για πράγματα, μικρά η μεγάλα, που απαρτίζουν την καθημερινότητα του παιδιού, αυτή λοιπόν η υποτιθέμενη ελευθερία, κάθε άλλο παρά σαν ελευθερία βιώνεται από το παιδί. Αντίθετα το παιδί βιώνει τεράστια ανασφάλεια και φόβο, μια που νιώθει την αδυναμία των γονιών του να του επιβληθούν, ή και την ολοκληρωτική τους απουσία συναισθηματικά, ακόμη και όταν μιλούμε για τον γονιό/κηδεμόνα, που μπορεί και να κάθεται απέναντι τους.

Το αίσθημα μοναξιάς είναι μεγάλο—δεν μπορεί πια με την ίδια άνεση να παραπονεθεί στον ένα γονιό για τον άλλο, για παράδειγμα, συνειδητοποιεί απότομα ότι υπάρχουν πια δυο στρατόπεδα.

Ενδιαφέρον είναι ότι για τα παιδιά που έζησαν τον συγκρουσιακό γάμο των γονιών του με έντονες εξάρσεις τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Αφενός αυτή η αντιπαλότητα είναι πολύ γνώριμη ήδη κι έτσι είναι πιο εξοπλισμένοι για να την αντιμετωπίσουν. Αφετέρου, κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, τα παιδιά με αυτές τις άσχημες εμπειρίες νιώθουν και τα ίδια μεγάλη ανακούφιση με το χωρισμό: «επιτέλους η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι πιο ήρεμη, επιτέλους ησυχάσαμε όλοι και τουλάχιστον έτσι έχουμε πρόσβαση στον ένα γονιό, ενώ πριν δεν είχαμε σε κανένα».

Συνεπώς, εδώ βλέπουμε ότι η εμπειρία ενός διαζυγίου δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η ίδια για όλα τα παιδιά. Κάνουμε βέβαια κάποιες γενικεύσεις αλλά καλό είναι να έχουμε υπόψη μας ότι το κάθε παιδί και το κάθε διαζύγιο είναι διαφορετικό. Αυτό που μετρά για το ίδιο το παιδί είναι η κατάσταση σε σύγκριση με την προηγουμένη φάση πριν το χωρισμό. Συνήθως τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα, όπως συχνά και των μεγάλων και καλό είναι να το σεβόμαστε αυτό.

Τρόποι Καλύτερου Χειρισμού ή «Πώς να προσφέρετε ένα όσον το δυνατό λιγότερο τραυματικό διαζύγιο στα παιδιά σας» - Συμβουλές σε γονείς:

  1.  Να το ανακοινώσουν στα παιδιά τους μόνο όταν το έχουν αποφασίσει σίγουρα και αμετάκλητα, το έχουν σκεφτεί καλά και έχουν και σχέδιο δράσης για τα πρακτικά, αλλά πριν να έχει αποχωρήσει κανένας.
  2. Να το πουν στα παιδιά όταν αυτά είναι όλα μαζί, ώστε να μπορούν να το μοιραστούν μεταξύ τους και να στηρίξουν το ένα το άλλο.
  3. Οι ίδιοι οι γονείς επίσης να είναι παρόντες και οι δύο.
  4. Να μιλούν με το εμείς, δίνοντας την εικόνα της κοινής απόφασης έστω κι αν δεν ήταν ακριβώς τέτοια.
  5. Να εξηγήσουν με απλά λόγια ότι «η μαμά (ή ο μπαμπάς) και εγώ αποφασίσαμε ότι θα ήταν καλύτερα να ζήσουμε χωριστά σε αυτό το στάδιο. Σίγουρα θα είδατε και εσείς, ότι τα πράγματα μεταξύ μας δεν ήταν καλά για πολύ καιρό τώρα, ξέρουμε ότι κάναμε και σε σας κακό με τις φωνές και τους καυγάδες μας. Γι’αυτό αποφασίσαμε ότι πρέπει να σταματήσει αυτό και έτσι πήραμε αυτή τη δύσκολη απόφαση. Εδώ και πολύ καιρό, κάναμε παρά πολλές προσπάθειες να το αποφύγουμε, αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέραμε. Δε φταίει ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος, δε φταίει κανένας.»
  6. Να απολογηθούν γι’αυτήν την απόφαση: «Ξέρουμε ότι σας πονάει πολύ, ότι σας απογοητεύει, ότι σας προκαλεί και θυμό και έχετε απόλυτο δίκιο και απολογούμαστε.» Ταυτόχρονα δίνετε έκφραση στα συναισθήματα τους και τους δίνετε το δικαίωμα να εκφραστούν και κείνα.
  7. Να καθησυχάσουν τα παιδιά σε σχέση με την ευθύνη: «Να είσαστε σίγουροι ότι καμιά απολύτως ευθύνη δε φέρετε εσείς για αυτή μας την απόφαση».
  8. Να εκφράσουν την παντοτινή τους : «Ασφαλώς το ότι εμείς χωρίζουμε, δεν αλλάζει τίποτα στην αγάπη μας για σας. Θα είμαστε πάντα η μαμά και ο μπαμπάς σας και αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Πάντα θα σας αγαπούμε και θα είμαστε δίπλα σας».
  9. Να εξηγήσουν πρακτικά τι θα γίνει, ποιος θα φύγει, πότε, που θα μένει και πότε θα τον δουν την επόμενη φορά. Πότε θα τον βλέπουν γενικά, τι ρόλο θα έχει στην ζωή τους. Όσο πιο συχνά μπορούν να βλέπουν τον πατέρα, τόσο το καλύτερο για τα παιδιά, φτάνει να μη δημιουργεί αυτό πρόβλημα στη μητέρα, είτε πρακτικό είτε άλλου είδους. Η συζήτηση αυτή δεν τελειώνει πριν να είναι όλοι σίγουροι ότι τα παιδιά έχουν τα τηλέφωνα του πατέρα ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μαζί του όποτε το επιθυμούν, όποτε τον πεθυμήσουν.
  10. Τέλος, να είναι ανοιχτοί σε ερωτήσεις, τις οποίες να απαντούν απλά, με ειλικρίνεια αλλά χωρίς αχρείαστες λεπτομέρειες όσον αφορά τα διάφορα γιατί και σίγουρα χωρίς κατηγορίες. Επίσης να είναι γενναιόδωροι με αγκαλιές και να είναι προετοιμασμένοι ν’ ακούσουν οτιδήποτε, όλα τα συναισθήματα που θέλουν τα παιδιά να εκφράσουν εκείνη τη στιγμή, ή σε οποιαδήποτε άλλη.
  11. Καλύτερα ο πατέρας να αποχωρεί σύντομα μετά, αν όχι την ίδια μέρα. Να μην καθυστερεί και να διαιωνίζεται δηλαδή αυτό το οδυνηρό στάδιο.

Τυχερά είναι τα παιδιά που έχουν κι άλλους ενήλικες δίπλα τους, με τους οποίους θα μπορούσαν να μιλήσουν, είτε παππούδες, είτε νονούς, είτε όποιον άλλο φίλο των γονιών τους εμπιστεύονται, δάσκαλο κλπ.
Το σημαντικό είναι οι γονείς να «φτιάξουν» ένα διαζύγιο όπου η προτεραιότητα να είναι η ψυχική ισορροπία των παιδιών τους. Καλό είναι αυτό να ισχύει και για τις ευρύτερες οικογένειες, οι οποίες κάποτε θεωρούν καθήκον τους να εκφράζουν τη στήριξη τους στο δικό τους άνθρωπο, κατηγορώντας τον πρώην ενώπιον των παιδιών. Λίγη επιμόρφωση εδώ σίγουρα θα βοηθήσει.

Χρήσιμη θα μπορούσε να ήταν επίσης και μια διαδικασία μεσολάβησης σε αυτές τις περιπτώσεις, που θα μπορούσε να βοηθήσει το ζευγάρι να διαχωρίσει τα περιουσιακά του στοιχεία π.χ. χωρίς την κάθετη και συχνά απάνθρωπη παρέμβαση δικαστηρίων, δικηγορών κλπ. Δυστυχώς, (και μάλιστα πολύ συχνά) είναι απίστευτος ο τρόπος με τον οποίο μια χαρά άνθρωποι, συμπαθέστατοι κατά τα άλλα, μπορούν να μεταλλαχθούν σε τέρατα, από τη στιγμή που μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία. Τους βγάζει τον χειρότερο τους εαυτό, μια κακία και εκδικητικότατα, που σίγουρα δεν υποψιάζονταν ούτε καν οι ίδιοι ότι είχαν.
Είναι απαραίτητο οι γονείς να έχουν τη στήριξη που χρειάζονται, να τη ζητούν από τη δική τους οικογένεια και τους φίλους τους. Αυτό απελευθερώνει τα ίδια τα παιδιά, που συχνά αναγκάζονται να μετατρέπονται σε συμμάχους των γονιών τους και να γνωρίζουν πράγματα, που δεν αρμόζουν ούτε στην ηλικία τους, ούτε στη θέση τους.

Τέλος, λίγα λόγια για την επόμενη φάση. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, και οι δυο γονείς θα ξαναφτιάξουν τη ζωή τους και θα ξαναπαντρευτούν. Ελπίζουμε η επιλογή να γίνει προσεκτικά, χωρίς βιασύνη, αλλά με τη σοφία της εμπειρίας.

Καλυτέρα είναι η επιλογή να γίνει με γνώμονα τις ανάγκες του γονιού πρωτίστως και όχι των παιδιών. Αν δηλαδή επιλέξουμε κάποιο πρόσωπο για να μεγαλώσει τα παιδιά μας, το πιο πιθανό είναι ο γάμος αυτός να μην αντέξει στο χρόνο. Ο γονιός επιλέγει σύντροφο και συνέταιρο, που να σέβεται βέβαια και τα παιδιά και να έχει τη βούληση να έχει βοηθητικό και υποστηρικτικό ρόλο στη διαπαιδαγώγηση τους - όχι κάποιον που θα μπει με τα τσαρούχια που λέμε, με την πεποίθηση ότι θα τα αναλάβει και θα τα βάλει σε τάξη, θεωρώντας ότι ο γονιός δεν μπορεί να το κάνει.

Σε αυτή την περίπτωση, είναι μόνο θέμα χρόνου πότε θα αποδιοργανωθεί η όλη κατάσταση. Πρώτον, θα αποδυναμώσει τον γονιό με καταστροφικές συνέπειες στις σχέσεις αμφοτέρων με τα παιδιά. Δεύτερον, τα ίδια τα παιδιά δε θα του επιτρέψουν να τους επιβληθεί, μια που δεν έχει κερδίσει πρώτα την εμπιστοσύνη τους—ιδιαίτερα βέβαια τα μεγαλύτερα παιδιά. Τρίτον, με αυτές τις προϋποθέσεις θα διαλυθεί και η σχέση του ζευγαριού αργά η γρήγορα.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η καλύτερη και πιο αποτελεσματική στάση για το νέο σύζυγο του γονιού είναι να επενδύσει στη σχέση με τα παιδιά σαν φίλος, οπωσδήποτε, στο αρχικό στάδιο και βοηθός του γονιού. Να εφαρμόζει τις αποφάσεις του γονιού, παρά να συν-αποφασίζει, ευθύνη που ανήκει στον άλλο γονιό. Να αφιερώσει χρόνο για καθαρά ψυχαγωγικές δραστηριότητες, ώστε να καλλιεργηθεί μια σύνδεση και μια εμπιστοσύνη, απαραίτητα θεμέλια για το μέλλον.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι στις επανασυσταθείσες οικογένειες, όπως λέγονται, οι σχέσεις πρέπει να λειτουργούν κρατώντας λεπτές ισορροπίες όσον αφορά το ρόλο του καθενός ώστε να μην περιπλέκονται τα πράγματα ακόμη περισσότερο.

Και μόνο η ανακοίνωση ενός νέου γάμου θα αναστατώσει τα παιδιά—και πιθανότατα και τον πρώην. Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι έτσι μόνο πεθαίνει η ελπίδα των παιδιών ότι οι γονείς του θα ξανασμίξουν—είναι απίστευτο πόση επιμονή έχουν πάνω σ’αυτό. Κι αυτό ισχύει σχεδόν πάντοτε, εξαιρούνται μόνο οι ακραίες/βίαιες περιπτώσεις. Άρα ο νέος γάμος στην αρχή πάλι ανάμεικτα συναισθήματα δημιουργεί στα παιδιά και πιθανόν να αναβιώσει το τραύμα του διαζυγίου. Ακόμα και σε οικογένειες όπου το ζευγάρι είναι μαζί για χρόνια πριν αποφασίσουν να επισημοποιήσουν τη σχέση και όλοι είναι αγαπημένοι, πάλι δυνατόν να δημιουργηθεί πρόβλημα. Κι εδώ ισχύει δηλαδή το γνωμικό ότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία!

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, όσο πιο πολύ συμπαθούν τα παιδιά το νέο σύντροφο, τόσο πιο δύσκολη του κάνουν τη ζωή! Ακούγεται παράδοξο, αλλά είναι κατανοητό: Όσο πιο καλός είναι, τόσο πιο πιθανό είναι να ανατραπούν οι ισορροπίες, επειδή τόσο περισσότερο απειλεί τη σχέση του παιδιού με τον γονιό εκείνου του φύλου. Δηλαδή η καλλιέργεια μιας στενής σχέσης με μια καλή μητριά διακινδυνεύει ενδεχομένως τη σχέση του παιδιού με τη μητέρα του—είτε επειδή αυτό του προκαλεί σύγχυση λόγω της ανατροπής των υφισταμένων «στρατοπέδων», είτε επειδή προκαλεί ζήλεια και αναστάτωση στη μητέρα του. Ή και τα δύο, ασφαλώς.

Χρειάζεται τεράστια, ιώβειος υπομονή για τους πρωταγωνιστές αυτών των οικογενειών. Τα φαινόμενα αυτά παρατηρούνται στα πρώτα στάδια μιας αλλαγής στο στάτους κβο της ζώνης των παιδιών. Με κατανόηση και συμπόνια τα παιδιά μπορούν να τα ξεπεράσουν όλα αυτά και να δείξουν και κείνα με τη σειρά τους εμπιστοσύνη στα νέα δεδομένα και στο μέλλον το ίδιο, νιώθοντας ίσως και τυχερά που εμπλουτίστηκε η ζωή τους με τέσσερις γονιούς, τέσσερις παππούδες και τέσσερις γιαγιάδες και ποιος ξέρει πόσα αδέρφια!

Τελειώνοντας, να τονίσουμε ότι τα παιδιά είναι πολύ ανθεκτικά γενικά, αλλά το διαζύγιο είναι συνήθως μια τραυματική εμπειρία για όλους τους εμπλεκομένους. Χρειάζεται υπομονή από όλους, ο χρόνος θα καταπραΰνει τις πληγές. Το πιο σημαντικό, που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι ο πιο κρίσιμος παράγοντας σε ένα χωρισμό είναι η συνεχομένη συνεργασία των γονιών. Μια φιλική και πολιτισμένη σχέση, που να επιτρέπει το συντονισμό πάνω σε όλα τα θέματα που αφορούν τα παιδιά τους. Με λίγα λόγια, το διαζύγιο πρέπει ιδεωδώς να είναι πάντα παιδοκεντρικό...

paidiatros.com Ι.Κολοκασίδου (επιμέλεια Γ.Ξηντάρας)

Το να κυλάει η σεξουαλική μας ζωή ιδανικά για πάντα, ανήκει μάλλον στη σφαίρα της φαντασίας. Δυστυχώς, στην πραγματική ζωή προκύπτουν προβλήματα. Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν λύσεις...

Το έχουμε διαβάσει όλοι πολλές φορές: Το σεξ κάνει καλό στην υγεία. Σύμφωνα με έρευνες, ρίχνει την πίεση, ενισχύει το ανοσοποιητικό, διώχνει τους πόνους, μας δίνει χρόνια ζωής, μας γυμνάζει, βελτιώνει την ψυχολογία μας και βέβαια κρατά ζωντανή τη σχέση ή τον γάμο μας... Τι γίνεται, όμως, όταν υπάρχουν εμπόδια, όπως για παράδειγμα η δυσκολία μας να αποδώσουμε αν είμαστε άνδρες ή η αδυναμία μας να ολοκληρώσουμε αν είμαστε γυναίκες, που μας εμποδίζουν να χαρούμε ή και να βιώσουμε το σεξ;

ΕΝΟΤΗΤΑ 1: Η ΧΗΜΕΙΑ…

Το πρόβλημα: Σε μία τέτοια περίπτωση μπορεί εμείς οι ίδιοι ή ο σύντροφός μας να μην έχουμε διάθεση να κάνουμε σεξ τόσο συχνά όσο στο παρελθόν ή ακόμα και καθόλου για ένα μεγάλο διάστημα. Πότε ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα είναι κάτι που δεν μπορούμε να πούμε με ασφάλεια: με επιφύλαξη, το όριο της κατώτατης φυσιολογικής συχνότητας σεξουαλικών επαφών στη μία φορά την εβδομάδα, αλλά αυτή είναι μια εκτίμηση που δεν εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση. Το πρόβλημα, πάντως, όσον αφορά τη σχέση ξεκινά και από τη στιγμή που η σεξουαλική επιθυμία του ενός συντρόφου δεν είναι «αντίστοιχη» με αυτήν του άλλου. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι έχει φύγει το πάθος και έχει εγκατασταθεί η συνήθεια, οπότε και οι συνευρέσεις με τον σύντροφό μας μειώνονται. Σε μία μακροχρόνια σχέση, η συνήθεια αποτελεί ένα πρόβλημα, όπως και το γεγονός ότι θεωρούμε τον άλλο δεδομένο, αφού υπάρχει πάντα εκεί, κυρίως όταν συμβιώνουμε, οπότε και το σεξ είναι κάτι που μπορεί -θεωρητικά τουλάχιστον- να υπάρξει κάθε φορά που το θέλουμε.

Από την άλλη πλευρά, η μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας ενός από τους δύο συντρόφους μπορεί να συνδέεται με κάποιο αντικειμενικό γεγονός. Όταν περνάμε μια δύσκολη ή ιδιαίτερη φάση της ζωής μας, όπως ο χωρισμός, το πένθος, τα προβλήματα στην εργασία, η εγκυμοσύνη, κάποια ασθένεια, οικονομικά προβλήματα κ.ά., είναι λογικό και αναμενόμενο να μην έχουμε τόση διάθεση για σεξ. Μπορεί, επίσης, οι αντικειμενικές συνθήκες να μην είναι ιδανικές για τη σεξουαλική μας συνεύρεση με τον σύντροφό μας, για παράδειγμα η ύπαρξη παιδιών ή άλλων προσώπων στο σπίτι, οι πολλές και διαφορετικές ώρες εργασίας, η κούραση ή η απόσταση κ.ά. δεν αποτελούν ευνοϊκές συνθήκες για μια «υγιή» σεξουαλική ζωή.

  • Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι ότι εκτός από το αντικειμενικό γεγονός του προβλήματος που υπάρχει στη σεξουαλική μας ζωή, προκύπτει και το ζήτημα της αγάπης ή της επιθυμίας, που αμφισβητούνται όταν οι δύο σύντροφοι δεν έχουμε διάθεση να κάνουμε σεξ όπως στο παρελθόν...
  • Κατ’ αρχάς πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν έχει για όλους τους ανθρώπους την ίδια σημασία η σεξουαλική επαφή. Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους το σεξ είναι μια πρωταρχική ανάγκη και άλλοι για τους οποίους δεν παίζει τόσο καταλυτικό ρόλο όσο ίσως άλλα πράγματα, όπως η επικοινωνία, η τρυφερότητα κ.ά., αφού τα ποιοτικά στοιχεία μιας σχέσης αλληλοσυμπληρώνονται. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πάντως ότι δεν γίνεται το ένα ποιοτικό στοιχείο (π.χ. η τρυφερότητα) να υποκαθιστά το άλλο (π.χ. το σεξ), κυρίως όταν λείπει τελείως (π.χ. δεν υπάρχει καθόλου σεξ σε μία ερωτική σχέση). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να ξαναφέρουμε το μυστήριο και τον ρομαντισμό στη σχέση μας και να ξεφύγουμε από τη συνήθεια και τη ρουτίνα, μια καλή ιδέα είναι να ασχοληθούμε πρώτα με τον εαυτό μας. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, πόσο σημαντικό ήταν στην αρχή της σχέσης μας να είμαστε όμορφοι και επιθυμητοί στον σύντροφό μας.
  • Σκόπιμο είναι, λοιπόν, να φροντίσουμε λίγο τον εαυτό μας, που έχουμε ίσως παραμελήσει. Επίσης, το ίδιο μπορούμε να ζητήσουμε και από τον σύντροφό μας, παρακινώντας τον να κάνει πράγματα για τον εαυτό του και κάνοντάς του κομπλιμέντα όταν βλέπουμε κάτι που μας αρέσει. Κάτι σημαντικό ακόμα είναι το να δώσουμε νέες ευκαιρίες στη σχέση μας, να οργανώσουμε ρομαντικά δείπνα, εκδρομές, εξόδους και γενικά πράγματα που κάναμε στην αρχή της σχέσης μας και τα έχουμε πλέον βάλει σε δεύτερη μοίρα. Όταν από την άλλη πλευρά εμείς ή ο σύντροφός μας έχουμε μειωμένη ερωτική επιθυμία επειδή μας απασχολεί κάτι που δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε και να χαλαρώσουμε, η λύση είναι η καλή επικοινωνία. Στην περίπτωση αυτή, ο σύντροφος που έχει το πρόβλημα θα πρέπει να μιλήσει και να το μοιραστεί με τον άλλον και ο άλλος θα πρέπει να προσπαθήσει να ακούσει, να καταλάβει και να βοηθήσει.
  • Αυτό που πρέπει σε κάθε περίπτωση να θυμόμαστε είναι πως το πάθος και η χημεία είναι συνήθως αυτά που μας τραβάνε σε έναν άλλον άνθρωπο, αλλά δεν είναι σχεδόν ποτέ αυτά που μας κάνουν να μένουμε μαζί του. Αν η σχέση έχει αποκτήσει στέρεες βάσεις, ακόμα κι αν η σεξουαλική μας ζωή περνάει κρίση, αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να τη βελτιώσουμε. Αν το πρόβλημα οφείλεται σε αντικειμενικές συνθήκες, θα μπορέσει να εξαλειφθεί μόλις αυτές διορθωθούν. Αν αντίθετα το πρόβλημα δημιουργείται εξαιτίας της συνήθειας και της επανάληψης, είναι στο χέρι μας να προσπαθήσουμε για την ανανέωση σε όλους τους τομείς της σχέσης. Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά εξαρτώνται από το είδος της σχέσης και της δέσμευσης που έχουμε. Αν τα σεξουαλικά μας προβλήματα αρχίσουν για παράδειγμα στους τρεις μήνες της σχέσης, τότε ίσως αυτό να σημαίνει πως η σχέση η ίδια έχει πρόβλημα, αν όμως μας απασχολήσουν αργότερα, για παράδειγμα, σε έναν γάμο 15 χρόνων, τότε σίγουρα αξίζει να προσπαθήσουμε για την επίλυσή τους.

Πρακτικά tips: Υπάρχουν και κάποια πρακτικά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να ξαναφέρουμε το σεξ στη ζωή μας.

Θα μας βοηθήσει:

  • Το να βγάλουμε την τηλεόραση, τον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο από την κρεβατοκάμαρα, καθώς και το να αναζητήσουμε τρόπους να χαλαρώσουμε πριν πέσουμε στο κρεβάτι, αφήνοντας πίσω μας τα προβλήματα και τις υποχρεώσεις της ημέρας, όπως για παράδειγμα το να κάνουμε ένα μπάνιο, να ακούσουμε λίγη μουσική, γιατί όχι και μαζί με τον σύντροφό μας;
  • Αν έχουμε ένα μωρό στο σπίτι, και ιδίως στο δωμάτιό μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ερωτική φωλιά εκτός του δωματίου μας, για παράδειγμα στο σαλόνι. Από την άλλη πλευρά, καλό είναι να πάει το μωρό όσο πιο σύντομα γίνεται στο δωμάτιό του. Έρευνες, άλλωστε, δείχνουν ότι τα παιδιά κοιμούνται καλύτερα στο κρεβάτι τους παρά σε εκείνο των γονιών τους.
  • Να εστιάσουμε στο Σαββατοκύριακο, που είμαστε πιο χαλαροί, ξεκούραστοι και ήρεμοι. Μία καλή επιλογή για σεξ είναι η Παρασκευή το βράδυ ή η μεσημεριανή σιέστα του Σαββάτου ή της Κυριακής.
  • Να κλείσουμε ραντεβού με τον σύντροφό μας. Στις μακροχρόνιες σχέσεις είναι καλό οι σύντροφοι να επιλέγουμε κάποια βράδια για να είναι ο «δικός μας χρόνος» και έτσι να μοιραζόμαστε ένα τελικά ρομαντικό τελετουργικό.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΕΝΟΥΣ ΑΡΣΕΝΙΚΟΥ

Προβλήματα στύσης

Ένα από τα συχνότερα τέτοια προβλήματα είναι η στυτική δυσλειτουργία. Τα προβλήματα στύσης μπορεί να οφείλονται είτε σε οργανικές (σε ποσοστό 50-80%) είτε σε ψυχολογικές παραμέτρους, που είναι συχνότερες σε νέους άνδρες σε ποσοστό 70%. Περί τίνος πρόκειται: Η στυτική δυσλειτουργία είναι η επίμονη αδυναμία του άνδρα να επιτύχει και να διατηρήσει στύση κατάλληλη για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή.

Η διερεύνηση: Ο άνδρας θα πρέπει να αναζητήσει βοήθεια από έναν ειδικό, ουρολόγο-ανδρολόγο. Ο γιατρός θα πάρει πρώτα ένα λεπτομερές ιατρικό ιστορικό, ώστε να αποκτήσει μια γενική ιδέα σχετικά με τα αίτια του προβλήματος (οργανικά ή ψυχογενή).

Ο γιατρός μπορεί να υποψιαστεί ότι το πρόβλημα έχει οργανικά αίτια όταν η επιδείνωση της ποιότητας της στύσης είναι σταδιακή και όχι απότομη και όταν έχουν ελαττωθεί ή δεν υπάρχουν καθόλου πρωινές στύσεις. Επίσης, τραυματισμοί της πυέλου ή ορισμένες χειρουργικές επεμβάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε οργανικού τύπου στυτική δυσλειτουργία. Παράγοντες που μπορεί να ευθύνονται είναι επίσης η υπνική άπνοια, αγγειακά προβλήματα (π.χ. λόγω καπνίσματος, παχυσαρκίας, σακχαρώδους διαβήτη, υπερλιπιδαιμίας), νευρολογικά (π.χ. αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια ή άλλες νευρολογικές νόσοι), ενδοκρινικά (υπογοναδισμός, παθήσεις του θυρεοειδούς) ή η λήψη ορισμένων φαρμάκων (τέτοια είναι κάποια αντιυπερτασικά και κυρίως οι β-αναστολείς, φάρμακα για το έλκος του στομάχου, αντιανδρογόνα, αντικαταθλιπτικά ή άλλα ψυχιατρικά φάρμακα). Σημαντική είναι και η κλινική εξέταση, που μπορεί να αποκαλύψει ανατομικές ανωμαλίες του πέους που δυσκολεύουν τη στύση ή τη διείσδυση, καθώς και κλινικά σημεία υπογοναδισμού (π.χ. μικροί όρχεις). Στη συνέχεια, ο γιατρός ενδέχεται να ζητήσει κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις (σάκχαρο, ουρία και κρεατινίνη, τιμές λιπιδίων, τεστοστερόνη) ή και καρδιολογικό έλεγχο. Η εξέταση του ανδρολόγου περιλαμβάνει -ανάλογα με τις ενδείξεις και την περίπτωση- και άλλες, πιο εξειδικευμένες εξετάσεις.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι καθόλου απίθανο η στυτική δυσλειτουργία να οφείλεται σε ψυχολογικούς παράγοντες, πράγμα που είναι συχνότερο σε νέους. Τα στοιχεία που υποψιάζουν για την ύπαρξη ψυχογενών αιτίων πίσω από τη στυτική δυσλειτουργία είναι η απότομη έναρξη του προβλήματος, η περιοδική εμφάνισή του, η ύπαρξη φυσιολογικών νυκτερινών και πρωινών στύσεων, τα προβλήματα σχέσεων, η πρόωρη εκσπερμάτιση και οι δυσκολίες σεξουαλικής ωρίμασης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η σχέση ανάμεσα στους ψυχολογικούς παράγοντες και τη στυτική δυσλειτουργία είναι αμφίδρομη: οι ψυχολογικοί παράγοντες (π.χ. τα προβλήματα στη δουλειά ή τη σχέση, τα οικονομικά ζητήματα, ακόμα και τα σοβαρότερα, όπως για παράδειγμα η κατάθλιψη) μπορεί να ευθύνονται για την εμφάνιση της δυσλειτουργίας και η δυσλειτουργία, με τη σειρά της, να αυξάνει την ψυχική δυσφορία. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου ο άνδρας -αφού έχει αντιμετωπίσει τις πρώτες δυσκολίες να διεγερθεί, να επιτύχει και να διατηρήσει τη στύση- αγχώνεται σε κάθε νέα σεξουαλική επαφή για το αν θα μπορέσει να έχει στύση, και αυτό το άγχος έχει φυσικά αρνητική επίδραση στη σεξουαλική του απόδοση, στην αυτοπεποίθησή του και βέβαια στη σχέση του.

Πρώιμη εκσπερμάτιση

Περί τίνος πρόκειται: Ως πρώιμη εκσπερμάτιση ορίζεται εκείνη που συμβαίνει με ελάχιστο σεξουαλικό ερεθισμό και χωρίς τη θέληση του άνδρα σε επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές συνευρέσεις (1-7΄ μετά την έναρξη της επαφής). Πολλές φορές, μάλιστα, η πρώιμη εκσπερμάτιση συνυπάρχει με διαταραχή της στύσης.

Τι φταίει: Σπάνια, η πρώιμη εκσπερμάτιση μπορεί να οφείλεται σε οργανικά αίτια (π.χ. προστατίτιδα, ουρηθρίτιδα, βραχύς χαλινός, νευρολογικές παθήσεις, χρήση ουσιών). Οι πιο συχνές αιτίες, όμως, που εμποδίζουν τον άνδρα να ελέγχει την εκσπερμάτισή του είναι το άγχος και η ανησυχία του ότι δεν αποδίδει όπως θα έπρεπε ως εραστής.

Η λύση: Tα ψυχογενή αίτια μπορούν να αντιμετωπιστούν με ψυχοθεραπεία. Επίσης, με την καθοδήγηση ενός ειδικευμένου σεξολόγου, το ζευγάρι μπορεί να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα σεξουαλικών ασκήσεων, που βοηθούν τον άνδρα να μάθει να ελέγχει την εκσπερμάτισή του. Όταν υπάρχουν οργανικά αίτια (π.χ. προστατίτιδα), αντιμετωπίζονται πρώτα αυτά και έπειτα, αν το πρόβλημα δεν λυθεί, αναλαμβάνει ο ειδικός ψυχολόγος. Στις περιπτώσεις που τα παθολογικά αίτια είναι άγνωστα, χρησιμοποιούνται διάφορες θεραπείες, όπως τοπικές αναισθητικές αλοιφές, προφυλακτικά με επιβραδυντικό, ακόμη και μικρές δόσεις αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, καθώς καθυστερούν την εκσπερμάτιση.

Καθυστερημένη εκσπερμάτιση

Περί τίνος πρόκειται: Η διαδικασία της εκσπερμάτισης περιλαμβάνει 2 φάσεις, την προώθηση και την εξώθηση. Η δεύτερη αυτή φάση μπορεί να επηρεάζεται συνειδητά ή ασυνείδητα από τον ίδιο τον άνδρα. Ο όρος «καθυστερημένη εκσπερμάτιση» αναφέρεται στην περίπτωση όπου ο άνδρας χρειάζεται πολύ χρόνο ή δεν μπορεί να εκσπερματώσει κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Τι φταίει; Οι περισσότεροι άνδρες που παρουσιάζουν δυσκολία στην εκσπερμάτιση δεν έχουν κάποιο οργανικό πρόβλημα (τέτοιο θα μπορούσε να είναι: ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, νευρολογικές βλάβες, παθήσεις στον προστάτη ή ουλές στην ουρήθρα, ορισμένα φάρμακα κ.ά.). Συνήθως το πρόβλημα οφείλεται σε αυξημένο άγχος και παρουσιάζεται συχνότερα όσο περνάει η ηλικία (όπου ο άνδρας χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αφεθεί, να διεγερθεί και να ολοκληρώσει) ή αντίθετα σε άνδρες με λιγότερες σεξουαλικές εμπειρίες, κατά τη διάρκεια των οποίων προσπαθούν πολύ ή επίσης σε άνδρες με πολύ άγχος για να ικανοποιήσουν τη σύντροφό τους (άγχος απόδοσης).

Η λύση: Η θεραπεία εξαρτάται κατ’ αρχάς από την αιτία. Αν το πρόβλημα είναι οργανικό, θα πρέπει να λυθεί πρώτα αυτό. Επίσης, μπορεί να βοηθήσει πολύ η καλή επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι, καθώς και η συμβολή ενός σεξολόγου ή ψυχοθεραπευτή.

Tο τέλος της στυτικής δυσλειτουργίας

Η θεραπεία εκλογής για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας είναι οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης-5 (σιλντεναφίλη, βαρντεναφίλη, τανταναφίλη). Για να μπορέσουν να δράσουν τα φάρμακα αυτά, είναι απαραίτητη η ύπαρξη σεξουαλικής διέγερσης. Πριν όμως τα πάρει κανείς, θα πρέπει να έχουν ληφθεί υπόψη όλες οι πιθανές παρενέργειες και αντενδείξεις τους (δεν πρέπει να λαμβάνονται από ασθενείς με στεφανιαία νόσο που παίρνουν νιτρώδη). Άλλες φαρμακευτικές ουσίες που μπορούν να χορηγηθούν -σε ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης-5- είναι η απομορφίνη, αλλά και αγγειοδιασταλτικές ουσίες που τοποθετούνται απευθείας στην ουρήθρα. Θεραπευτική επιλογή αποτελούν επίσης και οι ενδοπεϊκά χορηγούμενες αγγειοδιασταλτικές ουσίες, που μπορούν να προκαλέσουν στύση μέσα σε λίγα λεπτά, ανεξάρτητα από την ερωτική επιθυμία. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή του φαρμάκου που θα λάβει ο κάθε ασθενής και η δοσολογία καθορίζονται πάντα από τον γιατρό.
Επίσης, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει πολύ να αποκατασταθεί η στυτική λειτουργία και να βελτιωθεί τελικά η σχέση του ζευγαριού, ενώ στην περίπτωση που η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί σύμπτωμα ενός άλλου προβλήματος του ψυχικού χώρου, συνιστάται η αναλυτικά προσανατολισμένη θεραπεία του σεξ.

ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

Τα γυναικεία προβλήματα μπορεί συχνά να μην είναι τόσο συγκεκριμένα όσο τα αντίστοιχα ανδρικά, αλλά και οι γυναίκες αντιμετωπίζουν -και συνήθως δεν μιλούν γι’ αυτές- τις δυσκολίες τους στο κρεβάτι… Συνήθως έχουν να κάνουν με το ότι νιώθουν ξηρότητα ή/και πόνο στη διάρκεια του σεξ, δυσκολεύονται και αργούν πολύ να διεγερθούν ή και να έρθουν σε οργασμό.

Η μειωμένη λίμπιντο

Είναι το συχνότερο γυναικείο σεξουαλικό πρόβλημα και μπορεί να επηρεάζει την ικανότητα της γυναίκας να διεγερθεί, να ολοκληρώσει με ευχαρίστηση την ερωτική πράξη ή και να έρθει σε οργασμό.

Τι συμβαίνει: Πολύ συχνά υπεύθυνες είναι οι γυναικείες ορμόνες, που διαταράσσονται, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης, όπου μειώνονται τα οιστρογόνα και προκαλείται έλλειψη σεξουαλικού ενδιαφέροντος και ξηρότητα του κόλπου και κατά συνέπεια δυσπαρευνία (πόνος κατά την ερωτική επαφή). Αιτία όμως της μειωμένης γυναικείας λίμπιντο μπορεί να είναι και ψυχολογικοί παράγοντες, όπως τα προβλήματα στη σχέση, τα οικονομικά και εργασιακά προβλήματα, οι εντάσεις, η κούραση, το πένθος, το διαζύγιο ή η απόλυση, αλλά και οι διάφορες μεγάλες αλλαγές της ζωής, ακόμα κι αν είναι ευχάριστες (π.χ. μία μετακόμιση ή η γέννηση ενός παιδιού). Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο μπορούν να επηρεάσουν τη λίμπιντο ασθένειες, σωματικές και ψυχικές, όπως η κατάθλιψη (και η επιλόχεια), ο σακχαρώδης διαβήτης (κυρίως όταν δεν είναι ρυθμισμένος), η υπέρταση, η αρτηριοσκλήρυνση, οι διαταραχές του θυρεοειδούς, σοβαρές νόσοι (π.χ. κακοήθειες, σκλήρυνση κατά πλάκας), αλλά και φάρμακα (π.χ. τα αντικαταθλιπτικά).

Η λύση: Κατ’ αρχάς, ως πρόβλημα ορίζεται μια επιμένουσα και επαναλαμβανόμενη κατάσταση που διαρκεί για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών. Ανησυχία όμως μπορεί να δημιουργεί και μια κατάσταση που μετρά πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα ζωής. Συνεπώς, δεν χρειάζεται να περιμένουμε να εκπνεύσει το χρονικό πλαίσιο των 6 μηνών, αλλά να αναλογιστούμε τι συμβαίνει και να αναζητήσουμε τις αιτίες και τη λύση, ώστε να μη συσσωρευτεί το άγχος και τα αρνητικά βιώματα. Έτσι, όταν το υπόστρωμα είναι οργανικό, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πρώτα αυτό, ώστε στη συνέχεια να επανέλθει και η λίμπιντο. Παράλληλα, μπορούν να γίνουν ορμονικές εξετάσεις και να δοθεί ορμονική υποκατάσταση (συστηματική ή τοπική), αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Όταν το υπόστρωμα είναι ψυχολογικό ή μεικτό, είναι απαραίτητη η συμβολή του ειδικού ψυχικής υγείας, χωρίς βέβαια αυτό να αποκλείει τη φαρμακοθεραπεία, αφού η εκδήλωση του προβλήματος είναι και σωματική. Η συνδυασμένη θεραπεία συχνά αποδίδει τα μέγιστα και σε ταχύτερο χρονικό διάστημα.

Η δυσκολία του οργασμού

Ο οργασμός είναι ίσως το μεγαλύτερο, το δυσκολότερο και το πιο άγνωστο κεφάλαιο της γυναικείας σεξουαλικότητας. Τα πράγματα δυσκολεύει ακόμα περισσότερο όλη αυτή η συζήτηση περί του σημείου G (οι επιστήμονες πλέον καταλήγουν ότι μπορεί και να μην υπάρχει), του επιθυμητού κολπικού οργασμού (που τον ακολουθεί ο μύθος ότι είναι ο «ώριμος» οργασμός) και βέβαια του κλειτοριδικού, που αν και τον ακολουθεί η ταμπέλα του πιο «εύκολου», πολλές γυναίκες δυσκολεύονται να τον βιώσουν. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν γυναίκες που δεν έχουν φτάσει ποτέ σε οργασμό και άλλες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα περιστασιακά ή από κάποια στιγμή στη ζωή τους κι έπειτα.

Τι φταίει: Το πρόβλημα μπορεί να οφείλεται σε οργανικά (π.χ. γυναικολογικά προβλήματα) ή/και σε ψυχολογικά αίτια (π.χ. άγχος, αναστολές, χαμηλή αυτοεκτίμηση, κακή σχέση με τον σύντροφο).

Η λύση: Η συμβολή ενός ψυχοθεραπευτή είναι σημαντική, προκειμένου να διερευνήσει η κάθε γυναίκα τους λόγους που την εμποδίζουν να φτάσει στην κορύφωση και έτσι να μπορέσει να τους αντιμετωπίσει. Από την άλλη πλευρά, συχνά μπορούν να βοηθήσουν και φάρμακα, όπως ορμονικά σκευάσματα, λιπαντικά τζελ, αντικαταθλιπτικά και σπασμολυτικά.

Η δυσπαρευνία

Τι είναι: Ο επανειλημμένος ή επίμονος πόνος που εμφανίζεται πριν από τη σεξουαλική πράξη, στη διάρκειά της ή και μετά την ολοκλήρωσή της και μπορεί να εντοπιστεί στην είσοδο ή το βάθος του κόλπου.

Τι φταίει: Τα αίτια ποικίλλουν, και πέρα από συνηθισμένους λόγους, όπως π.χ. η πολύ γρήγορη διείσδυση, μπορεί να είναι οργανικά, ψυχολογικά ή και τα δύο. Συχνότερα, λοιπόν, η γυναίκα πονάει εξαιτίας της έλλειψης της φυσικής λίπανσης του κόλπου, που μπορεί να προκαλέσουν η λήψη φαρμάκων, η εμμηνόπαυση, γυναικολογικές παθήσεις (π.χ. κολπίτιδες, ενδομητρίωση), η σύσπαση των μυών των τοιχωμάτων του αιδοίου (οφείλονται συνήθως στο άγχος και την υπερένταση), αλλά και ανατομικές ανωμαλίες. Οι ψυχολογικές της αιτίες είναι πιο πολύπλοκες και μπορεί να οφείλονται στο άγχος, τον φόβο ή την απροθυμία για σεξ.

Η λύση: Η θεραπεία είναι ανάλογη με την αιτία. Έτσι, τον πρώτο λόγο έχει ο γυναικολόγος, που θα εξετάσει τη γυναίκα και θα της συστήσει την κατάλληλη θεραπεία (π.χ. θεραπεία για κάποια γυναικολογική λοίμωξη που μπορεί να την προκαλεί ή οιστρογόνα, όταν υπάρχει ορμονικό πρόβλημα). Φυσικά, η καλή επικοινωνία μεταξύ των συντρόφων, αλλά και η ψυχολογική στήριξη της γυναίκας, μπορούν να βοηθήσουν.

Ο κολεόσπασμος ή κολπόσπασμος

Τι είναι: Χαρακτηρίζεται από σπαστικές, ακούσιες και επώδυνες συσπάσεις των μυών του γυναικείου κόλπου, καθιστώντας τη σεξουαλική επαφή δύσκολη και οδυνηρή έως αδύνατη.

Τι φταίει: Μπορεί να οφείλεται σε ψυχολογικούς παράγοντες, όπως ψυχοσεξουαλικά τραύματα, ή σε σωματικά αίτια (π.χ. τραυματικές και φλεγμονώδεις βλάβες του κόλπου), ή σε συνδυασμό και των δύο.

Η λύση: Η θεραπεία είναι ανάλογη με τα αίτια που τον προκαλούν. Χρειάζεται αρχικά κλινική εξέταση από γυναικολόγο. Αν το πρόβλημα είναι οργανικό, ο ειδικός θα συστήσει την κατάλληλη φαρμακοθεραπεία, ενώ όταν το υπόστρωμα είναι ψυχολογικό, συνιστάται ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με συμπεριφορικές και εργονομικές ασκήσεις και τεχνικές χαλάρωσης, ώστε να καταφέρει η γυναίκα να διαχειριστεί τον πόνο, αλλά παράλληλα να διερευνηθεί και ο συμβολισμός του συμπτώματος.

vita.gr Α.Δάλλα, Κ.Κωνσταντινίδης, Δ.Φλωράτος, Γ.Κυρούσης, Ε.Ελευθερίου (επιμέλεια Γ.Ξηντάρας)

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Comments are closed.